Ari und Irini

Ari und Irini

Είμαι μια εργαζόμενη μητέρα... Τιποτα το ιδιαίτερο ομως το πρώτο πράγμα που θα σου απαντήσω όταν με ρωτήσεις τι κάνω, θα σου πω «τρέχω».
Και τι το ιδιαίτερο έχει αυτο; Αφού όλοι ετςι λέμε εάν δεν πούμε απο συνήθεια ότι ειμαςτε καλα. Και γιατί να μην ειμαςτε δηλαδή;
Τρέχω. Τρέχω όπως εκατομμύρια εργαζόμενες μάνες στον κοσμο. Να προλάβω. Να τακτοποιήσω τα παντα και σε ιδιαίτερα καλούς χρόνους. Να κάνω και εγώ το προσωπικό μου ρεκόρ...
Παιδιά... με ότι αυτο συνεπάγεται. Αγάπη, στοργή, αγκαλιτςες, τρυφερότητα, παιχνίδια, ξεγνοιαςιά. Και εδώ ειναι το Point.
Μια εργαζόμενη μητέρα που θα πρεπει να βάλει στην άκρη το στρες, την πίεση, το άγχος προκειμενου να μην αντιληφθούν τα βλαστάρια της το ποσο αγχωμένη ειναι. Να χαμογελά και να ειναι χαλαρή. Σε πρώτο πλάνο. Γιατί υπάρχει φυσικά και το backround.
Πλύσιμο, σιδέρωμα, ξεσκόνισμα, μαγείρεμα, ψώνια... Και χίλια δυο αλλα που ανήκουν στην καθημερινότητα μας...Χίλια δυο αλλα, που εκ τω πραγμάτων περνάνε απο τα χέρια μας..

Δουλειά. Εργαςία. Οχτάωρο στην καλύτερη! Αποδόςη στα κόκκινα. Ευχαριςτημενος εργοδότης θα πει, σίγουρο εργαςιακο περιβάλλον, λιγότερα νεύρα, λιγότερη πιεςη, λιγότερο στρες...ή μήπως όχι;

Είμαι μια εργαζόμενη μητέρα και ξεχαςα να είμαι σύζυγος. Αααα ναι υπάρχει και αυτός ο τομέας. Και εκει χρειαζεςαι την καλύτερη αποδοςη. Ο ανταγωνιςμος ειναι μεγάλος. Αιςθανεςαι πως περνούν τα χρονια σου. Σε αφήνουν οι δυνάμεις σου. Παντα θα στραβοκοιτας την πρώτη νεαρά, με τα πλουςια μαλλια και στήθος... Αυτήν που έχει να σκεφτεί μόνο τα νύχια της, το σώμα της, την αποτριχωςη της ενώ εςυ θα έχεις λάδια στην μπλούζα απο το μαγείρεμα, τρίχα μιας εβδομαδας στα πόδια και στην καλύτερη ένα λεκέ απο το γάλα του μωρού στον ώμο σου. Για κομμωτήριο ούτε λόγος. Αυτο ειναι ξεπεραςμενο σπορ για εσένα που τρέχεις να προλάβεις το προσωπικό σου ρεκόρ...

Έφαγες σήμερα; Γιατί; Τι ειναι αυτο αλήθεια;;; Ποτε έφαγες με ηρεμία τελευταία φορά;. Ποτε χαλάρωσες και είπες « τωρα είμαι για εμένα εδώ;;;για εμένα και μόνο». Ξέχασες; Νομίζω και εγώ.
Και φτάνει εκείνη η ώρα που τα παιδιά με τα χίλια δυο πανε για ύπνο. Έφτασε λες η ώρα μου...τωρα θα ξεκουραστώ... Μα μου έμεινε λίγη δουλίτσα ακόμη...
Δεν βαριέσαι και αύριο μέρα ειναι ...πέρασε άλλωστε η ώρα...σέρνομαι...

Είμαι μια εργαζόμενη μητέρα... Η μέρα μου ξεκινά στις έξι το πρωί... Το σχόλασμα μου άγνωστο.. Τα νεύρα μου πολλα... Το άγχος μου ακόμη περισσότερο...ααααα ναι είμαι και σύζυγος...μη το ξεχνώ. Διαφορετικά θα το θυμηθεί η νεαρά με τα πλούσια μαλλια και το πλούσιο στήθος... Με πιάνεις;;;

Εισαι και εσυ εργαζόμενη μητέρα και σύζυγος;;; Έχεις και εσυ πολλους ρόλους να παίξεις στο παλκοσένικο της ζωής;
Πέρασε η ώρα...πρεπει να προχωρήσω... Βλεπεις, έχω δουλειά...σε χαιρετώ....

Πολλά έχουμε όλοι ακούσει για τον ορισμό της καλής μάνας, ταμπέλες και κριτικές με άπειρες συμβουλές και σοφά λόγια ειδικά σε αυτό τον νέο κόσμο του διαδικτύου που ο καθένας εκφράζει ελευθέρα την γνώμη του. Άλλοτε από προσωπικές του εμπειρίες και άλλοτε επειδή πραγματικά έχει γνώσεις πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα.

Με την εξέλιξη της κοινωνίας και της επιστήμης  πολλά έχουν αλλάξει στον τρόπο που οι μητέρες μεγαλώνουν τα παιδιά τους σήμερα. Η σημερινή μητέρα έχει πολλούς ρόλους : της εργαζόμενης  όχι στα χωράφια του συζύγου της, αλλά σε μεγάλες εταιρίες με φοβερό ανταγωνισμό και καθημερινό άγχος, Το  ρόλο της συντρόφου, είναι αυτή που θα υποδεχτεί τα βράδια το σύζυγο της και παρόλη την κούραση της θα καθίσει διπλά του, παίρνοντας την ίσως ο ύπνος στον καναπέ. Έχει επίσης το ρόλο της οικιακής βοηθού και οικονόμου , είναι αυτή που θα συντονίσει την ισορροπία του οικογενειακού προϋπολογισμού …όμως ο πιο σημαντικός της ρόλος  είναι το μεγάλωμα των παιδιών της. Είναι εκείνος ο τομέας που καταλαμβάνει την σκέψη της εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, είναι ο τομέας που ζητά ενστικτωδώς να εξελιχθεί  και να προσφέρει ακόμα και όταν δεν μπορεί, σε αυτά τα αγγελούδια που έφερε στην ζωή.

Εκεί λοιπόν είναι το μυστικό της ισορροπίας η όποια ομολογουμένως κρέμεται σε μια λεπτή κλωστή, και είναι αλληλένδετη με πολλούς παράγοντες ο ήδη διαμορφωμένος  χαρακτήρας της κάθε γυναίκας, οι  γεωγραφικές και  πολιτισμικές επιρροές  ανάλογα την χώρα που ζει. Παρατηρώντας διαφορετικές κουλτούρες τα παιδιά μεγαλώνουν , με λίγα ή  με πολλά, με αυστηρότητα ή με απόλυτη ελευθερία, με βία ή με χάδι, με αγάπη ή με θυμό …μεγαλώνουν γενιές,  γίνονται ενήλικες  και διαμορφώνουν το μέλλον αυτής της γης.

Ποιο είναι όμως το μυστικό της επιτυχίας στην διαμόρφωση του χαρακτήρα των παιδιών? Υπάρχει?  Άλλοι θα σου πουν , όρια χωρίς όρια τα παιδιά νιώθουν αβέβαια…. άλλος θα σου πει χρόνο με τα παιδιά σου γιατί αυτά θα θυμούνται και σε αυτές τις στιγμές θα βρουν τα στοιχεία των αναμνήσεων   να στηριχτούν στο μέλλον, άλλος θα πει αγάπη γιατί μέσα από αυτή την υπέροχη δύναμη θα φτιάξουν ένα όμορφο χαρακτήρα, κάποιος θα πει γνώσεις γιατί χωρίς αυτές δεν έχουν εφόδια για το αύριο,  κάποιοι άλλοι θα πουν χρήματα για να μπορέσουν να χτίσουν την αρχή της καριέρας τους ….Γνώμες ένα σωρό και πρέπει άλλα τόσα , διαδρομές που δεν έχουν τελικά καμία αρχή και τέλος …τι είναι λοιπόν το σωστό? Ποια είναι η καλή μανά?

Και συ που δεν μπορείς να τα συνδυάσεις όλα?-Εσύ ναι …εσύ ακριβώς, είσαι κακή μανά? Είσαι αποτυχημένη? Φταις? Κατέστρεψες τα παιδιά σου? Στοπ ….δεν υπάρχει συνταγή …δεν υπάρχει τίποτα …υπάρχεις μόνο εσύ . Εσύ ακριβώς κρατάς μέσα σου την λύση. Τα παιδιά χρειάζονται μόνο ευτυχία που δεν τους την προσφέρει κανένα πρόγραμμα καμία τυποποιημένη συμβουλή. Η κάθε μανά ξέρει τι έχουν τα παιδιά της ανάγκη και μπορεί να τους προσφέρει το μέγιστο μόνο όταν είναι η ιδία ισορροπημένη και ευτυχισμένη , μόνο όταν βγει από την θέση του θύματος που την έχουν αυτόματα βάλει  λέγοντας πως μανά θα πει αυτοθυσία, μπορεί να τα βοηθήσει να σταθούν κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη μόνο όταν η ίδια έχει βαθιά γνώση για τον εαυτό της  και της επιθυμίες της. Μπορεί να τα βοηθήσει μόνο όταν τους δείξει ότι  έχει  και αυτή ανάγκες ότι έχει τις κακές της στιγμές άλλα και πως τις ξεπερνά. Μανά είναι αγάπη , ειλικρίνεια ελευθερία και μην ξεχνάτε μάνες γίνονται οι δυνατές ….και έχουν κάθε δικαίωμα να είναι ευτυχισμένες….

Psychorropia.gr

Βουλή των Ελλήνων: Είναι σαν να κάνεις σεξ αλλά να μην κάνεις

“Από Δευτέρα κόβω την πολιτική”.. απόφαση που παίρνω εδώ και χρόνια, συνήθως τις Παρασκευές, μα τις Δευτέρες μπαίνει πάντα στο συρτάρι με τα απραγματοποίητα πάνω απ’ την τσαλακωμένη δίαιτα και το τσιγάρο. Δεν ήθελα να δω βουλή εχθές αλλά το laptopμου συνδέθηκε με Σύνταγμα, ενώ καθάριζα τα φρέσκα φασολάκια που με κορόιδευαν κρυφά κι ένα θαρρώ με μούτζωνε απελπισμένο. Δεν ήθελα να μάθω για τα μέτρα του ασφαλιστικού καθότι οι πτωχοί τω πνεύματι συχνά είναι κι ευτυχέστεροι αλλά τα διάβασα με κόπο και ιδρώτα που αμφιβάλλω αν έχυσαν όσοι τα ψήφισαν μ’ ένα βαριεστημένο ΝΑΙ. Δεν ήθελα να φάω σοκολάτα αλλά μια ΙΟΝ αμυγδάλου, αντιπερισπασμός στ’ αστεία του Αρκά, πλέον μοιάζει με λίπος γύρω απ’ το μέρος της κοιλιάς μου. Ούτε και να καπνίσω ήθελα, αλλά μετά το πέρας της ψηφοφορίας ο καπνός μου άδειασε με τρόπο μαγικό.

Γεμάτη αγανάκτηση και νικοτίνη, πήρα κι άλλη απόφαση. Να γράψω όχι για το προβλεπόμενο, τους κλόουν και τα τέρατα που είδαμε χθες βράδυ στη βουλή αλλά για κάτι απείρως πιο ενδιαφέρον: το σεξ και την απώλειά του. Ή μάλλον το σεξ το ανεκπλήρωτο , αυτό που δε σου κάθεται όταν οι ορμόνες βρίσκονται σε πανηγύρι βορειοελλαδίτικου χωριού κι η Έφη Θώδη ξεσηκώνει αβίαστα τα πλήθη σε πολυφωνικούς ρυθμούς.

Ατμόσφαιρα ρομαντική, άνετος τριθέσιος καναπές, το κρασί να ρέει άφθονο και δίπλα ο Τζορτζ Κλούνεϊ να σε κρατάει αγκαλιά και να βουτάς χωρίς αναπνευστήρα στα βάθη της φωνής του. Ο εγκέφαλος σε πλήρη οργασμό, ο θαυμασμός να ξεχειλίζει απ’ τα μπατζάκια σου, το μάτι θολωμένο, κι όταν όλα είναι έτοιμα για το μεγάλο βήμα εξωγενείς παράγοντες σε αναγκάζουν να κάνεις πίσω. Μια συνετή οπισθοχώρηση που σε αφήνει στα κρύα του λουτρού. Είναι σαν χεις δίπλα σου το αντικείμενου του πόθου σου αλλά και να μην το’ χεις. Είναι σαν να σε θέλει ο Τζορτζ Κλούνεϊ αλλά να μη σε θέλει. Μία κατάσταση που ζούμε στην Ελλάδα εδώ και χρόνια, με τις προφητείες του Γέροντα Παΐσιου να έρχονται και να κουμπώνουνε σε όλα. Είναι σαν να έχεις κυβέρνηση αλλά δεν έχεις. Είναι σαν να υπάρχει αντιπολίτευση αλλά δεν υπάρχει. Είναι σαν να ζεις σε δημοκρατικό πολίτευμα αλλά δε ζεις. Γενικώς. Απλά υπάρχεις.

Υπάρχεις σαν πάνινη πολυκαιρισμένη κούκλα, βρώμικη και ταλαιπωρημένη, έρμαιο στα χέρια ενός τετράχρονου που σε κοπανάει εδώ κι εκεί ενώ σε βάζει να δουλεύεις, να χορεύεις, να πίνεις τσάι σε βρώμικα γαλάζια φλιτζανάκια, να ντύνεσαι, να γδύνεσαι, να σκαρφαλώνεις, να γεννάς, κι όταν κουράζεται να σε πετάει στο πάτωμα σαν λερωμένη πατσαβούρα. Κι όταν σε βαρεθεί για τα καλά, μπαίνεις στον κάδο με τα άπλυτα, πλένεσαι, στραγγίζεσαι, στεγνώνεσαι και σε χαρίζουν σ’ άλλο τετράχρονο με την ελπίδα πως εκείνο θα σε προσέχει πιο πολύ, θα σε φροντίζει και θα τηρεί τις υποσχέσεις του. Τα τετράχρονα, όμως, είναι τετράχρονα και τι σόι προσδοκίες μπορείς να έχεις απ’ αυτά…  

Μια κωμωδία από τετράχρονα ήταν κι αυτό που παρακολουθήσαμε εχθές. Το ένα τετράχρονο χτυπιόταν να σε πείσει πως δεν ευθύνεται για το σπασμένο βάζο με τη μαρμελάδα και πως το έσπασε ένας πελώριος και άσχημος καρχαρίας που μπήκε στην κουζίνα στα κρυφά και θέλησε να φάει κάτι γλυκό για να του φύγει η λιγουρίτσα. Το άλλο τετράχρονο, διαβαστερό και φιλελεύθερο, παπαγάλιζε σαν το φυτό της τάξης όσα περίμενες ν’ ακούσεις για να σου μείνει τελικά μια φράση από τον Αρκά και τίποτ’ άλλο. Αυτά τα δυο τετράχρονα, κρατούν την πάνινη ύπαρξή σου με πείσμα και κακομαθημενιά και σε τραβούν με φόβο να σε σκίσουν. Ο ένας κρατάει το κεφάλι, ο άλλος τις πατούσες, και το βαμβάκι που έχεις για κοιλιά ν’ απλώνεται και να χαλάει. Ο εγκέφαλος σε πλήρη οργασμό ανυπαρξίας, ο θαυμασμός κρυμμένος σαν φοβισμένος κάβουρας πίσω από τον καναπέ, τα μάτια θολωμένα και το κορμί σ’ απόλυτη παράδοση σαν να μη νοιάζεσαι καθόλου πια. Είναι σαν να κρατάς τη δύναμη ν’ αλλάξεις τη ζωή σου αλλά να μην την κρατάς. Είναι σαν συμπεριφέρεσαι σα ψεκασμένος αλλά να μην είσαι. Είναι σαν να κάνεις σεξ αλλά να μην κάνεις. Όλα μισά και δύσκολα, κουβαριασμένα και στριμωγμένα στο συρτάρι με τα απραγματοποίητα.

Πάσχα στο χωριό. Ο αέρας μυρίζει πασχαλιές και νυχτολούλουδο και η Μ. Εβδομάδα έρχεται κοντά και σ αγκαλιάζει. Τα τσουρέκια βγαίνουν απ’ το φούρνο, ο επιτάφιος στολίζεται, περιφορά, κατάνυξη, ανάσταση  και γύρω γύρω γέλια παιδικά και «ουφ» μεγάλων. Παίρνω τους δρόμους και γυρνώ από σπίτι σε σπίτι. Μαζώξεις συγγενών, κάρβουνα που σιγοκαίνε, κεράσματα, προβλήματα, τσουγκρίσματα, βλέμματα σκεπτικά και κουρασμένα. Όλοι ρωτάν να μάθουνε πώς πάει στην Αθήνα κι είναι τα λόγια μου μισά, λειψά και μετρημένα. Πώς να χωρέσουν όσα σκέφτομαι ανάμεσα σ’ ένα γλυκό του κουταλιού και μια πορτοκαλάδα; Πώς να στριμώξω τα όσα γίνονται σ’ ένα ποτήρι με κρασί; Μιλάω δυνατά για χίλια άλλα, κουνώ τα χέρια και γελώ, εύχομαι κι αντεύχομαι και οι γιορτές κυλάν κανονικά. Το Πάσχα πέρασε, και η Πρωτομαγιά μαζί, και κλείνομαι στην ξύλινη σοφίτα του χωριού με τα προβλήματα που μάζεψα για την αγροτική ζωή που κάθε μέρα συρρικνώνεται και λιώνει.

 

Κοιτάζω το μικρό ημερολόγιο στον τοίχο μου και βλέπω ένα μεγάλο 3 τυπωμένο στο χαρτί. Ήταν προχθές που κύλαγε το αίμα κόκκινο σε δρόμους και πλατείες και λέκιαζε τα χέρια των αιώνων που πέρασαν και πάνε.  Ήταν σαν χθες, πριν έναν αιώνα και, που μίλαγε ο Δρακούληςστο πρώτο ελληνικό συλλαλητήριο για την εργατική πρωτομαγιά κι ήταν σαν χθες που  εκτέλεσαν οι Γερμανοί ένα παιδί αμούστακο17 χρονών, τον πρώτο που αντιστάθηκε στην κατοχή. Σαν χθες, 40 χρόνια πριν, ο Κουρουμπλής πρωτοστατεί σε εξέγερση Τυφλών που διαμαρτύρονται για την περιθωριοποίησή τους. Σαν χθες ιδρύθηκε κι η ΕΚΤ, σαν χθες  ανακοινώθηκαν τα μέτρα του πρώτου μνημονίου.

 

Και σήμερα, μετά από γλέντια και χαρές και μια απάθεια που τριβελίζει το μυαλό μου, βρισκόμαστε προ των πυλών για ένα παράλληλο” μνημόνιο, προληπτικό, ένα μνημόνιο καβάτζα που κρίνεται αντισυνταγματικό. Οι επιλογές στερέψανε μα οι ιδέες τους πολλές.. όπως και να χει, τα μέτρα τους θα ψηφιστούν και το μαχαίρι που θα πέσει στις δημόσιες δαπάνες όταν τα χρέη θα μας υπερβούν, θα ναι το ίδιο που θα κόψει τα φτερά μας απ τη ρίζα.   

 

Τα πράγματα αλλάξανε, η επανάσταση ζει κάπου αλλού, ίσως μονάχα στη Γαλλία κι ίσως δεν το μαθαίνουμε γιατί είναι μακριά και τα ΜΜΕ δε φτάνουν ως εκείΓυρίζω το χαρτάκι με το τυπωμένο 3 και διαβάζω πως σήμερα γιορτάζουμε κάτι που χύθηκε αίμα για να αποκτηθείτην ελευθερία στον τύπο, στην έκφραση, στο λόγο. «Οι άνθρωποι απαιτούν ελευθερία λόγου σαν αντιστάθμισμα στην ελευθερία σκέψης που σπάνια χρησιμοποιούν» έλεγε ο Κίρκεγκορ  και η θύμησή του σχεδόν με θύμωσε, όπως κάθε φορά που φράσεις διαβασμένες από τα παλιά περνάνε σαν κομήτες απ’ το νου και κάνουν τα πνευμόνια να μουδιάζουνΕλευθερία σκέψης ψιθυρίζω πάλι και πάλι και η ευθύνη που εσωκλείουνε οι λέξεις είναι μεγάλη και βαριά, χρειάζονται όρια αυστηρά για να ναι ευτυχισμένες,καλό θωράκισμα και ζεστασιά, φροντίδα για να μεγαλώσουν. Κι ίσως αυτό δεν ξέρουμε κι είν’ όλα δύσκολα και μαύρα, ίσως δεν μάθαμε ποτέ πώς να σκεφτόμαστε μα ξέρουμε καλά  τί πρέπει να σκεφτόμαστε, και πότε και γιατί. Κι είναι τα λόγια εύκολα, καλά δασκαλεμένα, το ίδιο κι οι απόψεις μας.Όλοι γνωρίζουμε, γράφουμε, καταγράφουμε, τρομοκρατούμε και τρομοκρατούμαστε. Και κάθε μέρα,  ξεκινά μια νέα ίδια μέρα.

 

Ίσως στη σκέψη μας να βρίσκεται το μυστικό, κι ίσως αυτή μας οδηγήσει στη σωστή ελευθερίασ’ αυτή που βάζει όρια και δε φοβάται την ευθύνη. Γιατί μας δώσανε ελευθερία ασύδοτη που όλο μας ξεγλιστράει  από τα χέρια ενώ μας στέρησαν την άλλη, την καλή, που βρίσκεται στο νου και τη ψυχή. Ή μπορεί και να τη στερηθήκαμε από  μόνοι μας, όταν ανά τους αιώνες διεκδικήσαμε ελευθερία με λάθος τρόπους και για λάθους λόγουςΦαίνεται πως η υπερβολική ελευθερία μετατρέπεται σε υπερβολική υποδούλωση * και θαρρώ πως κάπως έτσι την πατήσαμε.. μπερδέψαμε την ελευθερία με την ασυδοσία και τα όρια με τους ψηλούς φράχτες που πλέον ορθώνονται παντού και ματώνουν σώματα κι συνειδήσεις . 

 

*Φαίνεται πως η υπερβολική ελευθερία μετατρέπεται σε υπερβολική υποδούλωση / Πλάτωνας

Πως γίναμε ετςι φίλε μου; Μου κανεις like, σε σκουντάω, μου κανεις αίτημα φιλίας...το αποδέχομαι. Σε γνωρίζω και προσωπικά εκει στον εξω κοσμο. Τον αληθινό.Ζούμε ομως στην εικονική πραγματικότητα, αυτής της «κοινότητας» που ονομάζεται Facebook. Αυτήν την « κοινότητα» που αριθμεί δισεκατομμύρια κατοίκους. 

Και εκει την βρίσκουμε όλοι. Την βρίσκουμε γιατί γινόμαστε αυτο που δεν μπορούμε να δείξουμε στον πραγματικό μας κοσμο. Εκει που κυριαρχούν τα πρεπει, τα ταμπού, τα κλισέ, η αποδοχή, η απόρριψη, ο πόνος, η χαρα, το γέλιο και το δάκρυ. Εκει που τα συναισθήματα έχουν σάρκα και οστά.


Σε αυτή την κοινότητα λοιπον θα βρεις εμένα. Θα βρεις και εσένα. Εσένα;;; Οκ. Ίσως και όχι. Θα βρεις ομως αυτο που θα ήθελες πολυ να εισαι και στην πραγματική σου ζωή. Η αψεγάδιαστη που βγάζει χιλιάδες φωτογραφίες με χίλιες δυο γκριμάτσες και duck face, προκειμένου να δείξει ότι ειναι όμορφη, σαν εξώφυλλο περιοδικού, σαν την Τζολί με τα παραφουσκωμένα χείλη στον παράτολμο ρόλο της Λαρα Κροφτ. Αυτήν με το τέλειο σώμα και τις απόλυτα θηλυκές αναλογίες.
Μα εσυ έχεις κάποια κιλάκια παραπάνω,, αλλα τα κρύβεις προκειμένου να εισαι αποδεκτή απο το σύνολο της « κοινότητας ». Να μην σε αγγίζει η διαφορετικότητα σου.Και πάμε παρακάτω.


Να και ο Γιωργακης, το όνομα φανταστικό. Και αυτόν τον γνωρίζεις. Απο μικρό. Στο σχολείο συμμαθητές. Μα χαθήκατε. Και ήρθε πάλι αυτή η «κοινοτητα» να σου δώσει την δυνατότητα και την ψευδαίσθηση ότι βρεθήκατε, ξανά. Να ανταλλάξετε καναδυό γραπτές φιλοφρονήσεις και να περιοριστείτε στο «να βρεθούμε για καφέ», μέχρι να μην βρεθείτε ποτέ. Γιατί άλλωστε, αφού βρίσκεστε. Κάθε μέρα σχεδόν. Πατάτε και like ο ένας στις δημοσιεύσεις του αλλου. Μα στάσου!!! Τωρα που σε ξανά κοιτάω Γιωργάκη σε αυτές τις επαγγελματικές φωτογραφίες, με τον ήλιο απο πίσω και το γυαλί ray ban. Δεν σε θυμάμαι τόσο ψηλό. Απίστευτο ειναι το πως αλλάζει ο άνθρωπος. Απίστευτο το ποσο κουλ και χαλαρός κοιτάει αόριστα τον ορίζοντα και εκει εντελώς τυχαία βρίσκετε ένας φωτογράφος.


Πως γίναμε ετςι φίλε μου... Πως κυνηγάμε την αποδοχή και την αυταρέσκεια μας; Γινόμαστε κυνηγοί των like... Εκθέτουμε τον εαυτό μας, τα παιδιά μας, την οικογένεια μας σε δημόσια θεα.


Ααα να και η Δημητρουλα, το όνομα τυχαίο. Ξέχασε να βάλει κατι επάνω της αλλα δεν πειράζει. Ετςι και αλλιώς μεταξύ μας θα μείνει. Μα...και κάπως στράβωσε το κορμι της, τέντωσε το οπίσθιο της...μας κοιτάει και κάπως, θελκτικά θα έλεγα... Μα ειναι μόλις 15! Ειναι παιδι!
Πως γίναμε ετςι φίλε μου. Κρυφοκοιταμε, θαρρείς απο την κλειδαρότρυπα στις προσωπικές και ιδιωτικές στιγμές των άλλων. Μα μόνοι μας προσφέρουμε δωρεάν το θέαμα, στον κάθε διψασμένο, για ίντριγκα, κουτσομπολιό και «μάτι».


Για πες μου φίλε μου... Πως γίναμε ετςι;

Πως πέρασαν 4 χρόνια; Το τέταρτο Πάσχα στο Μόναχο μακριάαπό τον κήπο με τις βιολέτες, το βασιλικό, τα κελαηδίσματα των πουλιών, το γλέντι στην πιλοτή του σπιτιού. Αλήθεια, πόσες φορές είχα δει τον «Ιησού από την Ναζαρέτ»; Κάθε φορά η ίδια συγκίνηση…  Το πασχαλιάτικο τραπέζι έχει διαφορετικά μέλη. Οι παππούδες έφυγαν στα ουράνια, οι γονείς με άσπρα μαλλιά, εγώ με τις πρώτες ρυτίδες. Η Ανάσταση στις 10 και το γλέντι όχι πια στο γνωστό στέκι. 

 

Περιμένω πως και πως την Τετάρτη του Πάσχα να συναντηθούμε όλοιμαζί στην αίθουσα των Άγιων Πάντων. Εκεί ο παπά- Γιώργης έκανε ένα μικρό όνειρο πραγματικότητα. «Μπουάτ» λέγεται…. Όχι της «Απανεμιάς»… Είναι η «Μπουάτ» του Γιάννη, του Άγγελου, της Μαρίας, της Ηρούς,του Λευτέρη,του Μινά ή μάλλον είναι η δική μας «Μπουάτ»Η Μαρίζα Κωχ είχε πει «Η μπουάτ για μένα ορίζει μια εποχή που έχει μικρά καρεκλάκια και μεγάλο στριμωξίδι. Ένας προβολέας  πάνω στη σκηνή, καμία ωραιοποίηση, γυμνή αλήθεια. Οι μπουάτ υπήρξαν η γυμνή αλήθεια της μουσικής μας». Ακριβώς έτσι είναι και αυτή η μπουάτ. Όχι μεταξωτά φορέματα αλλά ανάλαφρα μαλλιά, αγνά χαμόγελα… Είναι κουραστικό να ακούς τις μουσικές σου σε ταβέρνες τρωγοπίνοντας και ο τραγουδιστής να προσπαθεί να ακουστεί η φωνή του πιο δυνατά από το μαχαιροπίρουνο και το μάσημα της τροφής. Η «Μπουάτ» χρειάζεται  φωνή, κιθάρα και πιάνο. Δεν είναι εμπορική, δεν χρειάζεται διαφήμιση. Εκείνος που θέλει να γίνει μέλος της παρέας δεν κλείνει τραπέζι  σε κάποιον ιδιοκτήτη μαγαζιού. Παίρνει την Ηρώ και την επόμενη φορά είναι μαζί μας.  Είναι μαζί μας και ταξιδεύει στις μουσικές του Σαββόπουλου, του Λοΐζου, του Μαυρουδή, του Χατζή ή όπου αλλού θέλει αφού αυτή τη φορά έχει αυτός την επιλογή να διαλέξει τα δικά του αγαπημένα μουσικά κομμάτια από καλλιτέχνες του νέου κύματος και όχι μόνο. Χατζηνάσιο,Κελαηδόνη,Κατσιμιχαίοι, Θηβαίος, Κραουνάκης,ΚαζούληςΜποφίλιουΝέγκαΜάλαμαςομορφαίνουν τα βράδια μας. 

 

Το «κουτί» κλείνει σε 2-3 ώρες όπως τότε. Ακριβώς! Κουτί αυτό σήμαινε άλλωστε («boîte»). Η διασκέδαση δεν κοστίζει ακριβά γιατί αυτό ήταν άλλωστε.

Η «Μπουάτ» δεν είναι επικήδειος αλλά η πιο ζωντανή έκφανση του ελληνικού τραγουδιού. Είναι αισιοδοξία, χαρά, γέλιο, ανάταση ψυχής. Είναι η δική μου μουσική ψυχοθεραπεία. Το κέντημα των συναισθημάτων από την αρχή μέχρι το τέλος της μπορεί να σε αφήσει τόσο ολοκληρωμένο που θα κάνειςκράτηση για την επομένηπαράσταση

 

Καλή Ανάσταση σε όλους τους Έλληνες και κάθε κρυμμένη σας επιθυμία να πάψει να χορεύει το «βαλς των χαμένων ονείρων»

Γράφω για να ξεφύγω απο τις σκέψεις που μου ταλανεύουν το μυαλό. Γράφω για εσένα, για εμένα, για την Μαρια, τον Σπύρο και τον Σακη. Γράφω για όλους εμάς που φύγαμε. Φύγαμε αφήνοντας πίσω μας οικογένειες σπίτια και συναισθήματα, εικόνες, αναμνήσεις και γεύσεις απο την πατρίδα.


Γεύσεις είπα και θυμήθηκα το κοκοράκι που αγοράζαμε απο τον πλανόδιο πωλητή. « Πέντε δραχμές το κοκοράκι κυρία και δέκα το μηλαρακι». Αγορασμένο με το εάν περίσσευαν χρήματα της μητέρας. Αυτά τα κρυμμένα στο κομοδίνο, δίπλα απο την ντουλαπα. Αυτά τα κρυμμένα που αγόραζαν όνειρα και γλυκά. Και κολλούσαν τα χέρια μας απο την λιωμένη καραμέλα. Κολλούσαν σκόνη, ξενοιασιά και περίσσεια παιδικότητα.


Ετςι μεγαλώσαμε και εμείς. Παίζοντας σε αλάνες, με γρατζουνισμένα γόνατα. Με γέλια, τραγούδια και κλεμμένα ρίκια από το δέντρο του μπάρμπα Ευθύμη και της κυρά Ειρήνης. Αυτά τα άγουρα. Τα νόστιμα πριν καν ωριμάσουν.
Κρυφτό και μηλάκια. Μπίκο Μπίκο και μακριά γαϊδούρα. Κυνηγητό και αγάλματα. Θύμησες. Απο Ελλάδα. Απο γειτονιά.
Οι γυναίκες καθισμένες στα πεζούλια, με το σούρουπο. Αύγουστος θα ‘ταν. Η μυρωδιά του κεχριμπαρένιου ελληνικού μαζί με τα αποκαμωμένα άνθη της τριανταφυλλιάς, συνοδεύουν την κουβέντα. Οι ψίθυροι με τα νέα από στόμα, σε στόμα.
«Ελενίτσα μην απομακρύνεσαι, θα περάςει ο παγωτατζής. Θα πάρουμε καςάτο». Δύο τάλιρα μάνα και μου αγόραςες, τις πιο όμορφες αναμνήςεις. Γλυκιές και αθώες όπως η μυρωδιά της αγκαλιάς σου.


«Έλα μην κλαίς Ρηνιώ μου, μην κλαίς. Θα μεγαλώςεις. Για δες ολόκληρη κοπέλα έγινες. Θα σου πάρω και λεμονάδα.» Τα δάκρυα στεγνώναν μονομιάς και είχες πάρει ήδη δυό πόντους απο το τελευταίο, άτσαλο πέσιμο. Μα ήταν τόσο γλυκιά η μυρωδιά της αγκαλιάς σου και τόσο μεγάλη. Χαλάλι το πέσιμο μάνα. Χαλάλι και τα δάκρυα.
Μεγάλωσα όμως. Μεγάλωσα και κουβαλώ τον θησαυρό σου μάνα μου. Αυτόν που φρόντισες να περάσεις με πολύ προσοχή. Εσύ που δεν έβγαλες το γυμνάσιο. Εσύ που αφιέρωσες την ζωή σου στην ανατροφή μας, στο μεγαλωμά μας.


Θύμησες... Από εμένα, εσένα...
Εικόνες, χρώματα και αρώματα της νιότης. Της δικής μου... Της δικής σου...Μάνα.