Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017
*

Νεφελώδης

17 °C
SW 22 km/h

   

enfrdeitptrues
Ari und Irini

Ari und Irini

  Τα Βούρλα που θα μας απασχολήσουν δεν είναι τα Καμμένα Βούρλα, δεν είναι ούτε τα φυτά ούτε οι ανόητοι άνθρωποι (παρόλο που ο χαρακτηρισμός τους ως βούρλα δεν είναι εντελώς άσχετος με το θέμα μας). Τα Βούρλα ήταν ένα τεράστιο δημόσιο μπορντέλο στη Δραπετσώνα που έφτιαξε ο δήμος του Πειραιά και λειτούργησε υπό την προστασία του κράτους και την περιφρούρηση της αστυνομίας. Ήταν περιφραγμένο με ψηλό μαντρότοιχο, είχε πτέρυγες με ομοιόμορφα κελιά κι έμοιαζε με φυλακή. Τον καιρό της κατοχής μετατράπηκε σε φυλακή και ως φυλακή τελείωσε τη σταδιοδρομία του το 1970 που κατεδαφίστηκ

Ανάπτυξη και υπόκοσμος

Το 1835 ο Πειραιάς ήταν ένα λιμανάκι χωρίς κίνηση, με λίγα αλιευτικά, μερικές καλύβες και χίλιους κατοίκους. Κάπου κάπου προσορμιζόταν κανένα πλοίο, για ν' αποπλεύσει μετά από λίγες ώρες.

Από τα πρώτα χρόνια που άρχισε ν' αναπτύσσεται, για να γίνει από γραφικό χωριό όμορφη πόλη και σημαντικό λιμάνι, έλκυσε και υπόκοσμο. Άρχισε ν' ανθεί η πορνεία και τα περί αυτήν: προαγωγοί, σωματέμποροι, νταβατζήδες, νταήδες... Οι συμπλοκές, τα φονικά, τα ναρκωτικά και οι αρρώστιες ήταν θλιβερή καθημερινότητα. Από τα καράβια κατέβαινε κάθε καρυδιάς καρύδι: τυχοδιώκτες, λαθρέμποροι, απατεώνες, τζογαδόροι, σωματέμποροι, αρτίστες, και γενικώς αποβράσματα που εμπλούτιζαν τον ντόπιο υπόκοσμο. Τις νύχτες έπεφταν απανωτές πιστολιές και γίνονταν αληθινές μάχες ανάμεσα στις συμμορίες. Τα μπορντέλα βρίσκονταν ανάμεσα στις κατοικίες και οι αδέσποτες πόρνες παντού. Οι οικογενειάρχες διαμαρτύρονταν συνεχώς για τη συνύπαρξή τους με τον υπόκοσμο. Με το δίκιο τους, γιατί μέσα σε τριάντα χρόνια ο Πειραιάς είχε γίνει μεν μια όμορφη πόλη, αλλά κι επικίνδυνη.

Το δημοτικό συμβούλιο συσκέφθηκε πάνω στο πρόβλημα και αποφάσισε να απομονώσει όλες τις αδήλωτες πόρνες του Πειραιά σ' ένα μεγάλο οίκημα εκτός σχεδίου πόλεως. Έτσι, ένα μέρος του υποκόσμου θα μετατοπιζόταν έξω από την πόλη. Όσο για τις πόρνες, περιορισμένες εκεί θα εξασκούσαν το επάγγελμά τους και συγχρόνως θα είχαν ιατρική παρακολούθηση.

Αυτό ήταν το σχέδιο του δημοτικού συμβουλίου. Το κράτος δεν ήθελε ν' ανακατευτεί σε μια τέτοια ιστορία και να βγάλει το κακό όνομα ότι χτίζει μπορντέλα. Ωστόσο το 1873 παραχώρησε στον δήμο του Πειραιά κάποια έκταση στη θέση Βούρλα, για να φτιαχτεί το τεράστιο μπορντέλο.

 

Τα Βούρλα χτίζονται σε ερημική περιοχή

 

Τα Βούρλα ήταν ένας βαλτότοπος στη Δραπετσώνα γεμάτος βούρλα (εξ ου και το όνομα), λίγα μέτρα πιο πέρα από το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου -το παλιό νεκροταφείο της πόλης.

Η περιοχή καθαρίστηκε και μπαζώθηκε. Λένε ότι αυτά τα έκανε κάποιος Πιπινέλης, ο οποίος εκείνη ακριβώς την περίοδο είχε αποκτήσει την κυριότητα της συγκεκριμένης περιοχής. Πάντως την εποχή που έγινε η μεγάλη απόδραση των κομουνιστών από τις φυλακές των Βούρλων ιδιοκτήτρια του ακινήτου ήταν η μητέρα του πολιτικού Παναγιώτη Πιπινέλη, ο οποίος χρημάτισε πρωθυπουργός στην υπηρεσιακή του 1963 και υπουργός επί χούντας.

photoΤο ακίνητο των Βούρλων ανήκε στην οικογένεια Πιπινέλη, η οποία το είχε νοικιάσει στο κράτος και εισέπραττε το ενοίκιο.

Ένας εργολάβος ονόματι Νικόλαος Μπόμπολας ανέλαβε να κατασκευάσει το συγκρότημα κτιρίων που ήθελε ο δήμος του Πειραιά. Λένε ότι δεν το έχτισε με δικά του λεφτά, αλλά με χρήματα που του έδωσε το κράτος, το οποίο τα δανείστηκε από έναν Πειραιώτη τραπεζίτη.

Εν πάση περιπτώσει, ο Μπόμπολας παρέδωσε ένα περιμαντρωμένο συγκρότημα κτιρίων το 1875. Αυτά ήταν τα περίφημα Βούρλα.

Μπόμπολας, Πιπινέλης... ονόματα με μέλλον. Εκείνες που δεν είχαν ούτε όνομα ούτε μέλλον ήταν οι αδήλωτες πόρνες του Πειραιά, που συγκεντρώθηκαν στα Βούρλα, τα οποία λειτούργησαν επί έξι δεκαετίες ως μπορντέλο-στρατώνας.

Ο χαρακτηρισμός μπορντέλο-στρατώνας οφείλεται στον Ηλία Πετρόπουλο. Στο βιβλίο του «Το μπουρδέλο» γράφει:

«Το μπορντέλο-στρατώνας συγγενεύει περισσότερο με την μπουρδελογειτονιά, παρά με το μπορντέλο-ξενοδοχείο. Το μπορντέλο-στρατώνας είναι μια μπουρδελογειτονιά κλεισμένη μέσα σε ένα κτίριο. Στο μπορντέλο-ξενοδοχείο όλα κατέχονται και διευθύνονται από τη μαντάμα. Στο μπορντέλο-στρατώνας δεν υπάρχει μαντάμα· η κάθε πόρνη έχει ένα δωμάτιο, όπου δουλεύει για λογαριασμό της. Γύρο από το μπορντέλο-στρατώνας οι νταβατζήδες σφάζονται σαν κοτόπουλα. Γι' αυτό, στο μπορντέλο-στρατώνας υπάρχει, πάντοτε, αστυνομία. Τα Βούρλα αποτελούν το τυπικότερο παράδειγμα πορνείου αυτού του τύπου».

photo
Σχεδιάγραμμα του Ηλία Πετρόπουλου από το βιβλίο του «Το μπουρδέλο». Στην εποχή που θα αναφερθούμε, δηλαδή στη δεκαετία του '30, το μπορντέλο-στρατώνας των Βούρλων δεν ήταν έτσι.

«Για να καταλάβουμε την τοτινή λειτουργία αυτού του οίκου ανοχής θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ήτο εκτός πόλεως. Στις αρχές του αιώνα μας, ο Πειραιάς τελείωνε στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, εκεί πλάι στα Βούρλα και στη Βρομολίμνη. Τα Βούρλα (όνομα και πράμα) βρισκόντουσαν σ' ένα έρημο και ελώδες τοπίο. Για να φτάσεις εκεί, από τον Ηλεκτρικό Σταθμό ή από την Παλαμηδίου, έπρεπε να περπατήσεις σχεδόν μισήν ώρα. Το 1910 καταργήθηκε το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου. Από το 1922 άρχισε να εποικίζεται η Δραπετσόνα. Ωστόσο, η περιοχή παρέμενε επικίνδυνη - ιδίως τη νύχτα όπου όλα ήσαν θεοσκότεινα.

Τα Βούρλα απαρτίζονταν από τρία δυόροφα κτίρια σε σχήμα Π. Κάθε πλευρά είχε 24 (12+12) δωμάτια· ήτοι, εν συνόλω 72 δωμάτια = 72 πόρνες. Το σχήμα Π έκλεινε με μια ψηλή μάντρα. Στη μέση της αυλής υπήρχε ένα σπιτάκι: το ισόγειο εστέγαζε το καφενεδάκι των νταβατζήδων, και, στο πάνω πάτωμα έμενε η αστυνομία. Η αυλή -και γενικότερα τα Βούρλα- είχαν μόνον μία πορτάρα. Όποιος νταβατζής ήθελε να καθαρίσει με κάποιον αντίπαλό του, την έστηνε στην πορτάρα και περίμενε. Εκείνη την εποχή οι νταβατζήδες δεν αστειευόντουσαν...»

Ηλίας Πετρόπουλος, Το μπουρδέλο, Εκδόσεις Γράμματα, 1980

Οι πόρνες της διοικητικής περιφέρειας Αθηνών-Πειραιώς το 1894 χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες: Οι πόρνες πρώτης τάξεως έμεναν σε ιδιαίτερες κατοικίες. Οι πόρνες δευτέρας τάξεως έμεναν σε οίκους ασωτίας. Οι πόρνες τρίτης τάξεως έμεναν στα χαμαιτυπεία τα κείμενα πλησίον των καταστημάτων του Αεριόφωτος («κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι», για να θυμηθούμε τους Μοιραίους του Βάρναλη) και στα δημοτικά οικήματα των Βούρλων.

Το μπορντέλο-στρατώνας τράβηξε μακριά από τον αναπτυσσόμενο Πειραιά μεγάλο μέρος των ξένων πληρωμάτων καθώς και των εγχώριων ανδρών του λιμεναρχείου και του Πολεμικού Ναυτικού (Αυτά τα ναυτάκια δεν ήταν καθόλου «ζουμπουρλούδικα», αλλά περιγράφονται σαν ζόρικοι τύποι, μέθυσοι, προκλητικοί και καυγατζήδες). Τα Βούρλα συγκέντρωσαν γύρω από τη μάντρα τους μεγάλο πλήθος του υποκόσμου, περιόρισαν την εξάπλωση των αφροδισίων και τακτοποίησαν το ηθικό πρόβλημα των νοικοκυραίων της πόλης.

 

Τα Βούρλα βρίσκονται μέσα σε κατοικημένη περιοχή

 

Με την καταστροφή του '22 άρχισαν να καταφθάνουν στον Πειραιά καραβιές προσφύγων που κοιμήθηκαν νοικοκυραίοι και ξύπνησαν επί ξύλου κρεμάμενοι. Σοκαρισμένοι, πεινασμένοι και δυστυχείς ζούσαν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σε τσαντίρια. Οι Πειραιώτες δεν τους καλοδέχτηκαν. Τους είδαν σαν ξένους και τους αντιμετώπισαν εχθρικά.

Ωστόσο κάπου έπρεπε να εγκατασταθούν. Για τον σκοπό αυτό απαλλοτριώθηκε το παλιό νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, αλλά ο χώρος δεν έφτανε. Η εγκατάσταση των προσφύγων εξαπλώθηκε πέρα από τον Άγιο Διονύσιο σε όλη τη Δραπετσώνα και βόρεια προς το Κερατσίνι και τα Ταμπούρια. Όταν λέμε εγκατάσταση προσφύγων, εννοούμε άθλιες συνθήκες ζωής. Οι παλιοί ίσως θυμούνται κάτι σπίτια να μπαλατζάρουν επικίνδυνα στα βράχια. Οι άνθρωποι που έφεραν μαζί με τις συνήθειές τους έναν πολιτισμό αιώνων πάλευαν με τα στοιχεία της φύσης μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, που ήταν παράγκες με πάτωμα το χώμα.

Η Δραπετσώνα εποικίστηκε με πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Πόντο. Τα Βούρλα δεν ήταν πλέον έξω από την πόλη, αλλά μέσα σε κατοικημένη περιοχή.

photo
Οικογένεια προσφύγων στη συνοικία Βούρλα το 1933

«Εκειδά είναι οι παλιογυναίκες, που ντροπιάζουν τη γειτονιά και μας χαλάνε τον αέρα», απάντησε μια πρόσφυγας, όταν η Λιλίκα Νάκου τη ρώτησε να μάθει πού είναι τα Βούρλα.

Όμως, δεν ήταν μόνον οι «παλιογυναίκες». Γύρω από τα Βούρλα μια συνομοταξία ανθρώπων ζούσε από και στην παρανομία: σωματέμποροι, νταβατζήδες, έμποροι ναρκωτικών, τεκετζήδες, χασισοπότες, νταήδες, αλήτες, κλέφτες, τζογαδόροι. Όλοι αυτοί είχαν τα στέκια τους γύρω από τη μάντρα, αλλά και σε μεγαλύτερη ακτίνα.

Από το Χατζηκυριάκειο μέχρι τη Δραπετσώνα υπήρχαν τουλάχιστον τριάντα τεκέδες, στεγασμένοι σε καφενεία και ουζάδικα, όπου σύχναζαν άνθρωποι της φάρας -το σκυλολόι, που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του και τραβούσε μαχαίρι για ψύλλου πήδημα. Οι εφημερίδες των αρχών του αιώνα δημοσίευαν πολύ συχνά ειδήσεις για μαχαιρώματα και χασισοποσίες.

photo
Σκυλολόι ήταν «όλη η συνομοταξία των εν συγκρούσει προς τον Ποινικόν Νόμον ζώντων ατόμων». Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη.

Αυτά τα μαγαζιά δεν ήταν γραφικά απόκεντρα καφενεδάκια, όπου απολάμβανες ήσυχα τον καφέ σου. Ιδιοκτήτης και θαμώνες ήταν άνθρωποι της φάρας και περνώντας απ' έξω άκουγες το μπουζούκι και τη μυρωδιά του χασίς. Μερικοί από τους αγαπημένους μας ρεμπέτες είχαν αγαπητικιές στα Βούρλα και κάμποσα μαχαιρώματα στο ενεργητικό τους. Και -μην πέσετε από τα σύννεφα- ήταν μεγάλοι χασισοπότες! «Η Δραπετσώνα», είπε ο Μάθεσης -σκύλος μαύρος!- «ήταν απ' τα μεγαλύτερα στέκια της μαγκιάς». Οι περισσότεροι ρεμπέτες πέρασαν από τη Δραπετσώνα. Γιοβάν Τσαούς, Γιώργος Μπάτης, Απόστολος Χατζηχρήστος, Στράτος Παγιουμτζής, Δελιάς Δελιάς, Μάρκος Βαμβακάρης... μεγάλος ο κατάλογος.

Τα πράγματα ήταν ζόρικα και επιπλέον σκοτεινά, λόγω έλλειψης δημοτικού φωτισμού. Όσο για δρόμους; Κουρνιαχτός το καλοκαίρι, λάσπη τον χειμώνα.

Γύρω από τα Βούρλα υπήρχαν κάποιοι τεκέδες που λειτουργούσαν ως ιδιότυπα πορνεία. Εκεί η συνουσία γινόταν από μία τρύπα στον τοίχο, χωρίς να υπάρχει οπτική επαφή του πελάτη με την πόρνη, η οποία ήταν προσφυγοπούλα και αδήλωτη.

Τα Βούρλα ήταν γνωστά σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου.

Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στον τόπο μας, μετέτρεψαν τα Βούρλα σε φυλακή. Όταν ξεκουμπίστηκαν, το ελληνικό κράτος διατήρησε τη φυλακή με το όνομα Δικαστική Φυλακή Πειραιώς, για ποινικούς και πολιτικούς κρατούμενους. Το 1955 είκοσι εφτά κρατούμενοι κομουνιστές οργάνωσαν και πραγματοποίησαν μία απόδραση σαν εκείνη της ταινίας The Great Escape, σκάβοντας τούνελ και βγαίνοντας σ' ένα εργοστάσιο που ήταν απέναντι από τη μάντρα.

photo
Τα Βούρλα απασχόλησαν τις εφημερίδες το καλοκαίρι του 1955, λόγω της συνταρακτικής απόδρασης 27 κομουνιστών κρατουμένων. Η φωτογραφία δείχνει την είσοδο, την πορτάρα, που βρισκόταν στην οδό Ψαρρών.

 

Η κρίσιμη δεκαετία του '30

 

Στη δεκαετία του '30 τα Βούρλα θα έδυαν, αλλά η Τρούμπα δεν είχε ανατείλει ακόμα.

Η δεκαετία του '30 σήμαινε κρίση -παγκόσμια και εσωτερική-, ανεργία και πληθωρισμό, πείνα και συσσίτια, αισχροκέρδεια και τοκογλύφους, κρατική αυθαιρεσία και χρεοκοπία, άνοδο του φασισμού, επικράτηση του ναζισμού και παραμονές πολέμου. Το βάρος της το ένιωσαν πιο πολύ τα κατώτερα αστικά στρώματα, οι αγρότες, οι εργάτες και οι πρόσφυγες, που είχαν οδηγηθεί σε μαύρη απόγνωση.

pho
Τίτλοι από εφημερίδες του '30

Όσο για τη θέση της γυναίκας; Εκείνες που μιλούσαν για ισότητα των δύο φύλων, όπως ο Σύνδεσμος των Δικαιωμάτων της Γυναίκας, αντιμετώπιζαν αντίδραση και σαρκασμό τόσο από άντρες όσο και από γυναίκες. Το γυναικείο μεροκάματο ήταν μικρότερο από το αντρικό για ίση δουλειά. «Τι τα θέλει τα λεφτά η γυναίκα; Για λούσα;». Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα η γυναίκα ήταν μερικώς ικανή για δικαιοπραξία, όπως οι ανήλικοι και οι ολιγοφρενείς. Επίσης ο Αστικός Κώδικας ρύθμιζε το ζήτημα της προίκας, που ήταν προϋπόθεση για έναν γάμο, και όριζε ότι ο άντρας είναι η κεφαλή της οικογένειας. Η τιμή του πατέρα και του αδερφού ήταν αιτία φόνων.

photo
Αγγελίες γάμου από εφημερίδα του 1937

Όταν με τα πολλά η γυναίκα απέκτησε δικαίωμα ψήφου, το 1930, αυτό αφορούσε μόνο τις δημοτικές εκλογές. Μπορούσαν να εκλέγουν, αλλά όχι να εκλέγονται, όσες γυναίκες είχαν βγάλει το δημοτικό και είχαν περάσει τα τριάντα.

phot
Η εφημερίδα Εμπρός στις 3 Δεκεμβρίου 1930 χαιρέκακα προεξοφλεί ότι ο «Αγώνας της Γυναίκας» χρεοκόπησε.

Περιττό να πούμε ότι οι πόρνες θεωρούνταν εκφυλισμένες, διεστραμμένες, διεφθαρμένες, μιάσματα και άλλα φοβερά.

 

Τα Βούρλα τη δεκαετία του '30

 

Η εφημερίδα Ανεξάρτητος δημοσίευσε στις 12 Νοεμβρίου του 1933 το ρεπορτάζ του Μανώλη Κανελλή.

photo
Ανεξάρτητος, 12-11-1933

Ο Κανελλής πήγε στο μπορντέλο-στρατώνας φορώντας ρεπούμπλικα, κολάρο και γραβάτα (άρα ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα). Δεν φανέρωσε τη δημοσιογραφική του ιδιότητα, αλλά δεν επιδίωξε και να κερδίσει την εμπιστοσύνη κανενός. Κατέγραψε τις εντυπώσεις του αφ' υψηλού, με στομφώδεις περιγραφές και μισογυνισμό. Ωστόσο οφείλουμε στο ρεπορτάζ του πολύτιμες πληροφορίες.

photo
Ακρόπολις 16-2-1936

Τον Φεβρουάριο του 1936 η εφημερίδα Ακρόπολις δημοσίευσε σε συνέχειες μια πρωτοποριακή έρευνα που έκανε η Λιλίκα Νάκου για λογαριασμό του Συνδέσμου των Δικαιωμάτων της Γυναίκας.

phto
Ο τίτλος του ρεπορτάζ της Νάκου άλλαξε ελαφρώς τις υπόλοιπες μέρες.

Η Νάκου πήγε στα Βούρλα χωρίς κριτική διάθεση και κέρδισε την εμπιστοσύνη τεσσάρων γυναικών, που σιγά σιγά της ανοίχτηκαν, της έψησαν καφέ, της έκαναν το τραπέζι, την πήραν τα δωμάτιά τους και διώξανε πελάτες για να μη χάσουν τη συντροφιά της· εκείνη πήγε και ξαναπήγε στα Βούρλα, κατέγραψε τις ιστορίες τους και φεύγοντας τους άφησε τη χαρά πως επιτέλους μίλησαν με κάποια γυναίκα που τις καταλάβαινε.

Τον Μάρτιο του 1936, την ημέρα της γυναίκας, ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε ένα μικρό και περιεκτικό άρθρο για τα Βούρλα. Υπογραφή Γ.Α.Β.

photo
Στη θέση αυτή βρισκόταν το μπορντέλο-στρατώνας των Βούρλων. Ο χάρτης είναι σύγχρονος. Την εποχή που χτίστηκαν τα Βούρλα, αριστερά από τον Άγιο Διονύσιο ήταν ερημιά.

 

Πώς ήταν τα Βούρλα;

 

Τα Βούρλα περιστοιχίζονταν από μια ψηλή, ασβεστωμένη μάντρα, που ασφάλιζε με μια κόκκινη πορτάρα ύψους τριών μέτρων και πλάτους δυο. Αυτή η πορτάρα ήταν η μοναδική είσοδος, βρισκόταν στην οδό Ψαρρών και φρουρούταν. Τη νύχτα τα Βούρλα άδειαζαν και η πορτάρα έκλεινε. Κανείς άλλος δεν επιτρεπόταν να διανυκτερεύσει εκτός από τις πόρνες και την αστυνομική δύναμη. Αλλά όλο και κάποιος αγαπητικός πηδούσε τη μάντρα.

photo
Η πορτάρα των Βούρλων

Το πρωί η πορτάρα άνοιγε και τα Βούρλα ξαναγέμιζαν. Μερικοί πελάτες έρχονταν από το πρωί, ανάλογα με τα καράβια που έπιαναν λιμάνι στον Πειραιά.

Περνώντας την πορτάρα ανοιγόταν μπροστά μία αυλή στην οποία υπήρχαν τρεις πτέρυγες. Οι πτέρυγες λέγονταν μπούκες και η καθεμιά είχε δική της είσοδο. Κάθε μπούκα αποτελούταν από δύο σειρές των δώδεκα δωματίων η καθεμιά, αντικριστά η μία στην άλλη, που τις χώριζε ένας φαρδύς ακάλυπτος διάδρομος, σαν εσωτερική αυλή.

Οι πόρτες και τα παράθυρα των δωματίων κάθε μπούκας έβλεπαν στον διάδρομό της. Στις κάμαρες αυτές ζούσαν και δούλευαν οι πόρνες.

Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι αυτή τη διαρρύθμιση δεν διευκόλυνε την επικοινωνία της κάθε μπούκας με τις υπόλοιπες.

Στα Βούρλα έμεναν γυναίκες που είχε πιάσει η αστυνομία χωρίς χαρτιά και επιπλέον ήταν άρρωστες. Αφού τις έστελναν στου Συγγρού για θεραπεία, κατόπιν τις έκλειναν στα Βούρλα. Κατανέμονταν στις μπούκες ανάλογα με την ηλικία τους.

Οι νεαρές, ηλικίας από 14 ώς 18 χρόνων έμεναν στο πρώτο τμήμα, στο αριστοκρατικό. Ήταν στη σειρά νεόκτιστες και καθαρές κάμαρες ασπροασβεστωμένες. Μπροστά ο διάδρομος πλακοστρωμένος με πολλές γλάστρες .

Στο δεύτερο τμήμα έμεναν γυναίκες μέσης ηλικίας, από 18 ώς 40 χρόνων. Ο Μάρκος Βαμβακάρης λέει ότι έγινε αγαπητικός στο μπορντέλο μιας πόρνης, είκοσι εφτά-είκοσι οκτώ χρονών, το οποίο βρισκόταν στο δεύτερο διαμέρισμα των Βούρλων.

Οι γερασμένες πόρνες έμεναν στο παλιότερο κτίριο -στο πρώτο που χτίστηκε. Ποιες θεωρούνταν γριές; Οι γυναίκες από 40 ώς 50 χρόνων.

Δίπλα στο παλιό κτίριο ήταν το εστιατόριο, όπου έτρωγαν όλες οι γυναίκες, πληρώνοντας για το φαγητό τους.

Στα Βούρλα λειτουργούσε μονίμως ιατρείο. Ο γιατρός επέβλεπε τις γυναίκες κάθε μέρα.

Κάθε μπούκα είχε τις τουαλέτες, τα λουτρά και το καφενείο της.

Περάσαμε όλη την πλατεία, μπήκαμε σε κάτι σπιτάκια, τα περάσαμε κι αυτά και τέλος βρεθήκαμε σ' ένα καφενείο. Πέντε έξι γυναίκες με ρόμπες καθισμένες στις καρέκλες κουβέντιαζαν.

Μπαίνοντας από την πορτάρα, δεξιά ήταν ο «σταθμός της χωροφυλακής» και αριστερά ένα «καφφενείο». Ο Κανελλής, πριν βαδίσει προς τα κυρίως Βούρλα, δηλαδή στις μπούκες, είδε σ' αυτό το καφενείο μία παρέα «κρασωμένων κούκων» που τραγουδούσαν με τη συνοδεία ενός φωνόγραφου:

Σαν το μαρκούτσι του αργελέ
είναι η γάμπα σου, καλέ.

photo
Ακρόπολις 17-2-1936

Η αστυνομία φρουρούσε την πορτάρα, τηρούσε την τάξη και επιτηρούσε τις γυναίκες. Καμία γυναίκα δεν επιτρεπόταν να εγκαταλείψει τα Βούρλα χωρίς κάποιος σοβαρός άνθρωπος να εγγυηθεί γι' αυτήν και ν' αναλάβει όλη τη γραφειοκρατία και τα τρεχάματα στην αστυνομία. Κι επειδή δεν είχαν κανέναν δικό τους άνθρωπο να εγγυηθεί, αλλά ούτε πού να πάνε, δεν έφευγαν ποτέ. Είχαν όμως δικαίωμα εξόδου κατόπιν αδείας.

Η παρουσία της αστυνομίας ήταν απαραίτητη. Καθημερινά ξέσπαγαν καυγάδες: οι γυναίκες τσακώνονταν μεταξύ τους, με πελάτες ή με τους νταβατζήδες. Οι πελάτες και οι νταβατζήδες έδερναν τις γυναίκες. Οι μικρές ήταν ατίθασες και οι καυγάδες που ξεσπούσαν μεταξύ τους τελείωναν με ξύλο. Γενικά στα Βούρλα έπεφτε πολύ ξύλο.

Οι συμπλοκές, τα μαχαιρώματα και τα φονικά ήταν συχνά φαινόμενα. Οι νταβατζήδες έλυναν τις διαφορές τους με τα μαχαίρια.

Να! Μαλώνουν! Συμπλοκή!
Δύο παλληκαράδες -ίφιδες με κόκκινα ζουνάρια- καυγαδίζουν:
-- Εμένα, ρε;
-- Εσένα, ρε!
-- Σε καρφώνω ώσπου να πεις αμάν!

 

Πόσες γυναίκες έμεναν στα Βούρλα;

 

Σύμφωνα με όσα είπαμε παραπάνω στα Βούρλα ζούσαν και δούλευαν 72 πόρνες (Α μπούκα 24 +Β μπούκα 24 + Γ μπούκα 24=72)

Σύμφωνα με τη Νάκου στα Βούρλα ζούσαν 100, σύμφωνα με τον Κανελλή 150 ή 160 και σύμφωνα με τον ΓΑΒ 150 γυναίκες. Δεδομένου ότι ήταν κανόνας η κάθε πόρνη να έχει το δικό της δωμάτιο, δημιουργείται η απορία δικαιολογούνται αυτοί οι αριθμοί. Πρόκειται για υπερβολή; Προστέθηκαν καινούργια δωμάτια, τα οποία αργότερα καταργήθηκαν;

Το ζήτημα του αριθμού των γυναικών παραμένει ανοιχτό.

 

Η καινοτομία

 

Στα Βούρλα δεν υπήρχε μαντάμα. Η μαντάμα ή μαμά ήταν ο εφιάλτης της πόρνης. Η μαντάμα την αγόραζε από τον σωματέμπορο και για να κάνει απόσβεση, την εκμεταλλευόταν άγρια.

Ο σωματέμπορος ήταν ο άλλος εφιάλτης της πόρνης. Για τον σωματέμπορο η κοπέλα ήταν ένα εμπόρευμα από το οποίο έπρεπε να αποκομίσει κέρδος. Γλυκά λόγια στην αρχή και άγριο ξύλο στη συνέχεια. Ο σωματέμπορος την είχε ψαρέψει ή είχε αγοράσει τα χρέη της, την είχε δέσει με συμβόλαιο, την κρατούσε αιχμάλωτη και την πουλούσε σε άλλη πόλη ή και σε άλλη χώρα με πλαστά χαρτιά. Όταν η κοπέλα επέστρεφε, αν επέστρεφε, ήταν ερείπιο. Οι γυναίκες των Βούρλων έτρεμαν τους σωματέμπορους. Κάποιες μάλιστα φοβόνταν να ξεμυτίσουν.

Στην ιστορία κάθε πόρνης υπήρχε κι ένας σωματέμπορος.

[...] Το καλό είναι εδώ πέρα πως δεν έχουμε στο κεφάλι μας κανέναν να μας εκμεταλλεύεται. Ό,τι κερδίσουμε είναι δικά μας. Το χειρότερο πράγμα για μας -ο μπαμπούλας- είναι οι διευθύντριες των σπιτιών, αυτές που λένε μαμάδες. Γιατί οι μαμάδες εκμεταλλεύονται τα κορίτσια που χρεώνονται εφόρου ζωής σ' αυτές. Εδώ ζούμε η καθεμιά μ' αυτά που κερδίζουμε. Εγώ είμαι εδώ μέσα δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Όταν κλείσαν τα σπίτια εγώ χρεώθηκα. Μας κυνηγάνε οι σωματέμποροι, μας κυνηγάνε οι μαμάδες, μας κυνηγάνε όσοι πουλάνε τα ναρκωτικά...».

Αυτά είπε στη Λιλίκα Νάκου η Ασπασία η κουφή.

Το 1936 ακούστηκε ότι σ' έναν χρόνο θα έκλειναν τα Βούρλα. Καμία από τις κοπέλες δεν ήθελε να φύγει.

«Εδώ έχουμε προστασία, περίθαλψη, δεν νιώθουμε τη μοναξιά μας. Αν μας πετάξουνε στους δρόμους, χαθήκαμε. Θα πέσουμε στα χέρια των σωματεμπόρων», λέγανε φοβισμένες.

Μια έκθεση της αστυνομίας Πειραιά γράφει ότι από 350 γυναίκες που έπεσαν στην πορνεία, οι 250 στα βιβλία φέρονται ως πουλημένες από σωματέμπορους.

photo
Κάποτε οι ιδιότητες του προαγωγού και του σωματέμπορου συγκεντρώνονταν στο πρόσωπο κάποιου οικείου.

 

Σαράντα το νοίκι, είκοσι πέντε η βίζιτα

 

Οι πόρνες κατοικούσαν μέσα στα Βούρλα και δούλευαν για λογαριασμό τους χωρίς μεσολάβηση μαμάς. Πλήρωναν σαράντα δραχμές την ημέρα για το ενοίκιο του δωματίου και για τα έξοδα του γιατρού· το φαγητό και τα πλυστικά ήταν ξεχωριστά. Ο ΓΑΒ μιλάει για πενήντα δραχμές την ημέρα.

Το ενοίκιο της κάμαρας ήταν όσο το μεροκάματο ενός εργάτη στα μεταλλεία του Λαυρίου. Το μεροκάματο μιας πόρνης, όπως θα δούμε στη συνέχεια, έφτανε το εικοσιπενταπλάσιο στις καλές εποχές, που έπεφτε πολλή πελατεία.

photo
Ριζοσπάστης, Μάρτιος 1936.

Στο «καφφενείο» ο Κανελλής γνώρισε την Κική Λουμπίνα. Ήταν αδύνατη, ναρκομανής, με τα σημάδια της σύριγγας στο μπράτσο και τα χέρια βαμμένα με χένα. Τον κάλεσε κοντά της λέγοντας: «Ψσστ, με το ρεπουμπλίκι!». Οι πόρνες είχαν πικρές εμπειρίες από τους κυρίους με τα κολάρα και δεν τους είχαν εμπιστοσύνη.
«Ρε κύριος, ρε! Τι γυρεύεις εδώ; Δεν είσαι για τα μας. Είσαι για τον κινηματογράφο, είσαι για το θέατρο, είσαι για τα πανσιόν. Δεν είσαι για τα μας».

Το «ρεπουμπλίκι» του Κανελλή ξεχώριζε ανάμεσα στους σκούφους, στις τραγιάσκες και στους μπερέδες. Ο Κανελλής ενδιαφέρθηκε να μάθει τις τιμές.

-- Και πόσο παίρνεις στη βίζιτα;
-- Σαράντα τις. Μπρος! Τσούλα!
Σαράντα; Είναι από τις καλές. Οι άλλες μόλις εισπράττουν 15 έως 30 δραχμές. Κική η Λουμπίνα είναι από τας αριστοκράτιδας των Βούρλων, διότι έχουν και αι κολάσεις την ιεραρχία των.
Την κερνούμε ρακί. Το ρουφά γαργαρίζοντας με σπασμούς εμετού και ψελλίζει αδιάκοπα:
-- Σαράντα της! Τσούλα...

Η Κική Λουμπίνα μπορεί να του τα φούσκωσε κανένα δεκάρικο, μπορεί και όχι. Πάντως οι τιμές των γυναικών στα Βούρλα ήταν πολύ χαμηλές σε σύγκριση με τις τιμές των άλλων, που έφταναν τις διακόσιες ή και τις τριακόσιες δραχμές, όπως στα χλιδάτα σπίτια της Μιχαήλ Βόδα και της Μάρνη στην Αθήνα. Βέβαια δεν έφτανε αυτό το ποσό στην τσέπη της χλιδάτης πόρνης, γιατί περνούσε από την αφαίμαξη της μαντάμας.

Οι γυναίκες της μεσαίας μπούκας έπαιρναν είκοσι πέντε δραχμές από κάθε πελάτη.

Πρώτα μπαίνει το ούζο στο ποτήρι, στη συνέχεια λίγο νερό και στο τέλος ο πάγος (οι μερακλήδες χωρίς πάγο). Μόνο αν ακολουθήσεις αυτή τη σειρά, θα μπορέσεις να απολαύσεις τα ποικίλα αρώματα, το γλυκό κάψιμο και την έντονη γεύση του γλυκάνισου σε όλο τους το μεγαλείο'. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο μάθημα για το ούζο, που πήρα από μία παρέα Μυτιληνιών, ένα βράδυ του Ιούλη, σε μία ταβέρνα στο λιμάνι του Μολύβου. Το πώς φτάνει το ούζο από τη γη στο ποτήρι μας, θα το μάθαινα το επόμενο πρωί, στο αποστακτήριο του Ούζου Πλωμαρίου Ισίδωρου Αρβανίτου.

Το ούζο ήταν πάντοτε για μένα μια δεδομένη απόλαυση. Το έβαζα στο ποτήρι μου, τσούγκριζα με την παρέα μου και το συνόδευα με θαλασσινούς μεζέδες, χωρίς ποτέ να αναρωτιέμαι για τον τρόπο παρασκευής του και τα συστατικά του πέρα από τον γνωστό σε όλους μας γλυκάνισο. Όταν ενημερώθηκα πως το αποστακτήριο Πλωμαρίου διοργανώνει ξεναγήσεις στις εγκαταστάσεις και το μουσείο του, ένιωσα αμήχανα, αφού συνειδητοποίησα αυτόματα πως το απόσταγμα που απολάμβανα για χρόνια ήταν πολύ πιο σύνθετο από όσο δεν είχα μπει καν στη διαδικασία να νομίσω. Έχει πίσω του μια ολόκληρη ιστορία και μία μεγάλη παραδοσιακή διαδικασία παραγωγής, η οποία χάνεται στα βάθη των προηγούμενων αιώνων.

 

 

Δυστυχώς κατά τη διάρκεια της ξενάγησής μου στο αποστακτήριο, δεν έμαθα την ακριβή συνταγή του Ούζου Πλωμαρίου, η οποία διατηρείται μυστική από το 1894, όταν και την δημιούργησε ο Ισίδωρος Αρβανίτης, μου δόθηκε, όμως, η ευκαιρία να μάθω σχεδόν (βλ. συνταγή) τα πάντα για το αγαπημένο μου απόσταγμα. Ο Ισίδωρος Αρβανίτης βάσισε το ούζο του, το οποίο είχε όραμα να είναι το καλύτερο στον κόσμο, σε αρωματικούς σπόρους και βότανα της Λέσβου σε συνδυασμό με αρωματικά που αναζήτησε στην άλλη άκρη της Γης.

Τα συστατικά

Αυτά που έμαθα σχετικά με τα συστατικά του ούζου είναι τα εξής: Το Ούζο Πλωμαρίου περιέχει νερό από τις πηγές του ποταμού Σεδούντα, που δίνει χαρακτήρα στο ούζο και συστατικά από όλη την Ελλάδα, όπως μάραθο από την Εύβοια, μαστιχέλαιο, αλάτι από τις αλυκές της Καλλονής Λέσβου και φυσικά γλυκάνισο.

Λίγα λόγια για τον γλυκάνισο

 

 

Ο περιβόητος γλυκάνισος που χρησιμοποιείται στην παραγωγή του Ούζου Πλωμαρίου καλλιεργείται σε ιδιόκτητα κτήματα της αποσταγματοποιίας στο Λισβόρι και θεωρείται ο καλύτερος στον κόσμο λόγω του μικροκλίματος της περιοχής. Η γειτνίαση των κτημάτων με το θαλάσσιο Κόλπο της Καλλονής προσφέρει την απαραίτητη δροσιά, ειδικά τις περιόδους των παρατεταμένων νοτιάδων του καλοκαιριού, αφού τα κτήματα 'βρέχονται' στην κυριολεξία από τη θαλάσσια αύρα.

Και μιας και αναφερόμαστε συνεχώς στον γλυκάνισο, ας ανοίξουμε μια παρένθεση για να μάθουμε μερικά βασικά πράγματα για αυτόν: Ο γλυκάνισος είναι μονοετές, ποώδες φυτό και κάθε χρόνο ο καλύτερος σπόρος φυλάσσεται για την σπορά της επόμενης χρονιάς.  Αφού κοπεί, αποξηραίνεται στο χωράφι και στη συνέχεια συλλέγεται, κοσκινίζεται και τοποθετείται σε ειδικά σακιά. Τα σακιά αποθηκεύονται με ιδιαίτερη προσοχή σε ειδικό χώρο, όπου η θερμοκρασία και η υγρασία ρυθμίζονται συνεχώς, 12 μήνες το χρόνο, 24 ώρες την ημέρα.

Η απόσταξη

Εξερευνώντας τους χώρους του αποστακτηρίου και ακούγοντας όλα όσα είχαν να μου πουν οι ξεναγοί, συνειδητοποίησα πως η παραγωγή του αποστάγματος αποτελεί μια πραγματική ιεροτελεστία. Η απόσταξη γίνεται σε 18 χειροποίητους, χάλκινους άμβυκες. Το Ούζο Πλωμαρίου Ισίδωρου Αρβανίτου είναι διπλής απόσταξης και κάθε απόσταξη κρατά 9 ώρες, γιατί όπως μου εξήγησαν οι άνθρωποι του αποστακτηρίου, όσο πιο αργά αποστάζεται ένα ούζο τόσο καλύτερο γίνεται. Στη συνέχεια, το αρχικό και το τελευταίο μέρος της απόσταξης απορρίπτονται για να παραμείνει μόνο το κεντρικό και πιο εύγευστο μέρος του αποστάγματος. Αφού ολοκληρωθεί η απόσταξη, το ούζο εμφιαλώνεται σε φιάλες των 50ml, 200ml, 500ml, 700ml και 1lt.

 

 

Λίγες ώρες αργότερα βρέθηκα σε μία ταβέρνα στο Πλωμάρι. Μπροστά μου είχα ένα πιάτο με χταπόδι στα κάρβουνα, καλαμαράκια και ένα καραφάκι Ούζο Πλωμαρίου. Έριξα λίγο ούζο στο ποτήρι, το αραίωσα με λίγο νερό και μετά από λίγα δευτερόλεπτα πρόσθεσα δύο παγάκια. Κούνησα το ποτήρι, έβαλα μια γουλιά στο στόμα μου και την κράτησα για κάμποσα δευτερόλεπτα. Ο γλυκάνισος, ο μάραθος, η 9ωρη διαδικασία απόσταξης, ήταν όλα εκεί.

Σε κανέναν φυσιολογικό άνθρωπο δεν αρέσουν οι τηλεφωνικές συνομιλίες με δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες και αντίστοιχους οργανισμούς. Σε πολλούς απόλυτα φυσιολογικούς ανθρώπους δεν αρέσουν οι τηλεφωνικές συνομιλίες γενικότερα εδώ που τα λέμε, αλλά σήμερα θα ασχοληθούμε με την πρώτη υποκατηγορία.

Αρχικά, καμία συνομιλία τέτοιου είδους δεν γίνεται για καλό. Πολύ σπάνια παίρνεις μια τράπεζα ή την εφορία για να ακούσεις τα νέα τους, να ανακοινώσεις ότι παντρεύεσαι ή να ρωτήσεις αν μπορείς να ανοίξεις και δεύτερο λογαριασμό επειδή ο πρώτος δεν χωράει πια τα λεφτά σου.

Όχι. Δυστυχώς, όταν εσύ επιλέγεις να τους πάρεις τηλέφωνο, είναι επειδή έχεις κάποια απορία και συνήθως η απορία αυτή γεννιέται επειδή κάτι έχει πάει πάρα, μα πάρα πολύ στραβά. Βρέθηκες να χρωστάς λεφτά, εμφανίστηκε ένα πρόστιμο από το πουθενά, έχασες την κάρτα σου ή βλέπεις συναλλαγές που δεν έκανες ο ίδιος.

Και τότε, ιδρωμένος από το άγχος, με το χέρι να τρέμει, αποφασίζεις να πάρεις τηλέφωνο για να προσφέρει κάποιος άμεση λύση στο θέμα σου. Δεν μπορείς να περιμένεις, δεν γίνεται, παίρνεις ό,τι ώρα και να ‘ναι για να σε ακούσει κάποιος ειδικός, κάποιος που θα ξέρει να σε βοηθήσει.

Και πέφτεις πάνω σε μια αυτοματοποιημένη ηχογραφημένη φωνή, η οποία σου ζητάει να πεις δυνατά και καθαρά, λες και έχεις πάρει σε ραδιοφωνική εκπομπή, τον λόγο του τηλεφωνήματος. Όχι για να τον ακούσει κάποιος άνθρωπος, αλλά ένα ρομπότ

Εσύ να καίγεσαι, να έχεις χλωμιάσει απ’ τον πανικό και την αγωνία σου και να πρέπει α): να βρεις τις λέξεις-κλειδιά και  β): να τις βάλεις σε μια σωστή σειρά, ώστε να γίνεις κατανοητός σ’ ένα μηχάνημα που θα αποφασίσει τι θα γίνει από εκεί και πέρα με την τύχη σου.

 

Όχι. Όχι. Με τίποτα. Πρώτον, ποτέ το μηχάνημα δεν καταλαβαίνει τι θέλεις να του πεις. Ειλικρινά, 9 στις 10 φορές που έχει χρειαστεί να μιλήσω σ’ ένα απ’ αυτά τα ρομποτάκια-τηλεφωνητές, καταλήγω ν’ ακούω ένα "σας συνδέουμε μ’ έναν εκπρόσωπό μας" και τελικά μιλάω μ΄ έναν κανονικό άνθρωπο, ο οποίος δεν έχει ιδέα για το λόγο που τηλεφωνώ και μου ζητάει να τα πω όλα απ’ την αρχή. 

Κάτι που θα μπορούσε να γίνει εξαρχής και να γλιτώσω και χρόνο και το περιττό άγχος πως πρέπει να σκεφτώ μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα τις σωστές λέξεις ώστε να με καταλάβει ένα μηχάνημα, το οποίο εξ ορισμού θα έπρεπε να είναι πιο εξελιγμένο από μένα, γιατί αν δεν ήταν, ποιος ο λόγος να το φτιάξει κάποιος και να το βάλει και σ’ αυτή τη θέση;

Δεν λέω. Για το πρόβλημα στην συνεννόηση, φταίω κι εγώ. Αρχικά, εκνευρίζομαι με το που ακούω την ηλεκτρονική φωνή. Χάνω την ψυχραιμία μου, κάτι σπάει μέσα μου και μαζί χάνω και την παραμικρή πιθανότητα να εκφέρω σωστά μια πρόταση. Αντίθετα, καταλήγω απλά να ξεφυσάω και να πετάω λέξεις-κλειδιά στον αέρα, μπας και πιάσει τίποτα το ρομπότ.

Κι εκτός αυτού -δεν θα το κρύψω- αγχώνομαι. Όταν στην άλλη άκρη της γραμμής βρίσκεται ένας άνθρωπος, κουτσά-στραβά θα το καταλάβει το θέμα μου. Θα το πω στην αρχή λάθος, θα με διορθώσει, θα συμφωνήσω, θα προσθέσω κάτι, θα προχωρήσει η ζωή μας και σ’ έναν τέλειο κόσμο, θα βρεθεί λύση και στο πρόβλημά μου.

Όταν όμως στην άλλη άκρη της γραμμής βρίσκεται ένα μηχάνημα, αγχώνομαι. Κομπιάζω, ξεχνάω ακόμη και τι πρόβλημα είχα και καταλήγω να κλείνω το τηλέφωνο για να ηρεμήσω και να παίρνω ξανά μετά από λίγο. Κι αυτό για κάποιον που όπως είπαμε καίγεται να βρει λύση, δεν είναι καθόλου καλό.

 

Δεν είμαι κατά της τεχνολογίας, ούτε είμαι κανένας παράξενος που ισχυρίζεται ότι κινδυνεύει να χαθεί η ανθρώπινη επικοινωνία. Είπαμε, την επικοινωνία με τις τράπεζες κανένας δεν τη θέλει a priori.

Το πρόβλημά μου είναι ότι ποτέ δεν δουλεύει σωστά αυτό το σύστημα και καταλήγει να είναι ένα αχρείαστο ημίμετρο. Δηλαδή και μιλάς σ΄ ένα ρομπότ στην πιο αμήχανη συνομιλία που έχεις κάνει ποτέ στη ζωή σου και εξηγείς μετά σ΄ έναν άνθρωπο τα πάντα απ’ την αρχή.

Ή κάν’ το σωστά μέχρι τέλους για να μη χρειαστεί να μιλήσεις καθόλου με έμψυχο ον που διαθέτει συναισθήματα και μπορεί να σε λυπηθεί, ή μίλα εξαρχής με έναν άνθρωπο. Αυτό που γίνεται σήμερα είναι ανούσιο και σαδιστικό

Αμ σε αναγκάζουν να είσαι στο γραφείο και να φωνάζεις δυνατά αλλά αργόσυρτα φράσεις όπως “έχασα την κάρτα μου”, “τι διαολεμένο πρόστιμο είναι αυτό” και “ύποπτες συναλλαγές στο λογαριασμό μου”, αναγκάζοντας τους πάντες να γυρίσουν να σε κοιτάξουν σαν να είσαι τρελός, αμ δεν βγαίνει και άκρη.

Άσε που το να πεις αυτές τις φράσεις σωστά είναι το καλό σενάριο. Το ρεαλιστικό, είναι να αρχίσουν να βγαίνουν από το στόμα σου προτάσεις όπως “εεμμμ, ουφφφ, κάρτα, πρόβλημα, υπεύθυνος, ουφφφ, ερώτηση” και “να χέσω εγώ τα ρομπότ σας, πρόβλημα με την κάρτα, ερώτηση, α να μου χαθείτε”.

 

 

Δεν ξέρω αν εγώ είμαι τόσο άμπαλος κι όλοι εσείς έχετε βρει τη λύση, πάντως μέχρι να μας κερδίσουν τα ρομπότ και να αναλάβουν πλήρως τις ζωές μας, από τα τηλεφωνικά κέντρα μέχρι την διακυβέρνηση του πλανήτη, εγώ επιλέγω ένα απλό cheat: ζητάω κατευθείαν να μιλήσω με εκπρόσωπο. Ναι μεν δεν κερδίζω χρόνο, γλιτώνω όμως άγχος και εκνευρισμό και αποφεύγω να ακούγομαι σαν να έχω μόλις πάθει εγκεφαλικό, επειδή πια έχω μάθει παπαγαλία τη φράση “συνδέστε με μ’ έναν εκπρόσωπο” και τη λέω μηχανικά.

Σας παρακαλώ, ξυπνήστε με όταν ο κόσμος μας αποκτήσει αυτόματους ρομποτικούς μηχανισμούς όπως η Σκάρλετ Γιόχανσον στο ‘Her’. Μέχρι τότε, προτιμώ να μιλάω με κανονικούς ανθρώπους, κι ας είναι και αγενείς. Τουλάχιστον -συνήθως- με καταλαβαίνουν.

Στις 23 Ιουλίου 1974 η επτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου, υπό το βάρος της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, κατέρρευσε. Οι στρατιωτικοί παρέδωσαν την εξουσία στους πολιτικούς και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός της χώρας, επικεφαλής της κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουλίου. Από την ημέρα αυτή αρχίζει η εποχή της «Μεταπολίτευσης», η λαμπρότερη, ίσως, περίοδος της πολιτικής ιστορίας του ελληνικού κράτους.

Η γενική επιστράτευση που κηρύχτηκε στις 21 Ιουλίου, μία ημέρα μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ήταν χαώδης και ανοργάνωτη και κατέδειξε την τραγική κατάσταση που βρισκόταν ο Ελληνικός Στρατός, μετά από επτά χρόνια δικτατορίας. Η κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου, που ήταν υποχείριο του «αόρατου δικτάτορα» Δημητρίου Ιωαννίδη, ήταν ανίκανη να πάρει σοβαρές αποφάσεις. Έτσι, η προσφυγή στους πολιτικούς ήταν μονόδρομος για τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας.

 

Το πρωί της 23ης Ιουλίου, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος και οι αρχηγοί του Στρατού, αντιστράτηγος Ανδρέας Γαλατσάνος, Ναυτικού, αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης και Αεροπορίας, αντιπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου, σε σύσκεψη με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη διατύπωσαν την άποψη ότι είναι επιτακτική ανάγκη η ανάθεση της διακυβέρνησης της χώρας στους πολιτικούς. Στη συνέχεια, ο Γκιζίκης κάλεσε τον Ιωαννίδη και του ανακοίνωσε την απόφαση της ηγεσίας του στρατεύματος, χωρίς αυτός να αντιδράσει.

 

Στις 2 μετά το μεσημέρι κλήθηκαν σε σύσκεψη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σημαίνουσες πολιτικές προσωπικότητες της προδικτατορικής περιόδου. Στη σύσκεψη συμμετείχαν οι αρχηγοί των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων Παναγιώτης Κανελλόπουλος της ΕΡΕ και Γεώργιος Μαύρος της «Ενώσεως Κέντρου», καθώς και οι Ευάγγελος Αβέρωφ, Σπύρος Μαρκεζίνης, Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, Στέφανος Στεφανόπουλος, Πέτρος Γαρουφαλλιάς και Ξενοφών Ζολώτας. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου είχε ήδη καταρρεύσει.

 

Η άφιξη Καραμανλή στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.

Στη σύσκεψη αποφασίστηκε ο σχηματισμός πολιτικής κυβέρνησης υπό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος έλαβε προθεσμία έως τις 8 το βράδυ να ανακοινώσει τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου. Εν τω μεταξύ, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, που προέκρινε τη λύση Καραμανλή, ήλθε σε επαφή με τον πρώην πρωθυπουργό, που ζούσε αυτοεξόριστος στο Παρίσι από το 1963, και του ζήτησε να επιστρέψει το ταχύτερο δυνατό στην Ελλάδα. Στις 6:30 το απόγευμα, ο Αβέρωφ, με υπόδειξη του Γκιζίκη, τηλεφώνησε στον Κανελλόπουλο και του ανακοίνωσε την άρση της εντολής που του είχε ανατεθεί.
 

Στις 8 το βράδυ επαναλήφθηκε η σύσκεψη με τους πολιτικούς αρχηγούς και επικυρώθηκε η απόφαση για την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Βαλερί Ντ’ Εστέν διέθεσε πάραυτα το προσωπικό του αεροπλάνο για την άμεση επιστροφή του Καραμανλή, ο οποίος αφίχθη στο αεροδρόμιο του Ελληνικού στις 2 το πρωί της 24ης Ιουλίου κι έγινε δεκτός από ένα τεράστιο πλήθος πολιτών, που τον χαιρετούσε κυριολεκτικά ως ελευθερωτή. Στις 4 το πρωί, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, στρατηγού Φαίδωνα Γκιζίκη.

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ορκίστηκε το πρώτο κλιμάκιο της κυβέρνησής του, αποτελούμενο από πολιτικά πρόσωπα της δεξιάς και του κέντρου. Ο Καραμανλής δίσταζε να συμπεριλάβει στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» πολιτικούς της Αριστεράς, για να μην προκαλέσει τους σκληροπυρηνικούς χουντικούς, που κατείχαν ακόμα καίρια πόστα στον κρατικό μηχανισμό. Στις 26 Ιουλίου συμπληρώθηκε η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου, με την ορκωμοσία του δευτέρου κλιμακίου της κυβέρνησης.

Αμέσως μετά ανακοινώθηκαν τα πρώτα μέτρα για την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος: κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου, απόλυση όλων των κρατουμένων, αμνήστευση όλων των πολιτικών αδικημάτων και απόδοση της ιθαγένειας στους πολίτες από τους οποίους την είχε στερήσει η δικτατορία του 1967. Στις άμεσες επιδιώξεις της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας συμπεριλαμβάνονταν η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας και η διαμόρφωση κλίματος εθνικής ενότητας, η αποδιοργάνωση του πλέγματος εξουσίας της δικτατορίας και η αποκατάσταση του πολιτικού ελέγχου στο στράτευμα, η προετοιμασία για τη διενέργεια εκλογών και η αντιμετώπιση της κρίσης στην Κύπρο.

Ο σεβασμός για μια γυναίκα είναι κάτι σαν την παρθενιά: εάν τον χάσεις μια φορά, δεν τον ξαναπαίρνεις πίσω. Εκτός από τα κλασικά σενάρια τύπου ψεμάτων ή κέρατου, υπάρχουν πράγματα, λιγότερο προφανή για σένα, που ίσως σου κοστίσουν μια όμορφη σχέση. Ξεκίνα, λοιπόν φίλε μου, να τα λαμβάνεις υπόψη σου και θα μας ευγνωμονείς!

1. Να «τελειώσεις» πολύ γρήγορα

Οκ συμβαίνει, ειδικά την πρώτη φορά, όμως καλό θα ήταν πριν βάλεις μια κοπέλα στο κρεβάτι σου να έχεις προετοιμαστεί, ώστε να την αφήσεις ικανοποιημένη, τουλάχιστον για ένα αξιοπρεπές χρονικό διάστημα. Δεν είπαμε να είσαι με το ρολόι στο χέρι, αλλά καμία κοπέλα δεν θα ευχαριστηθεί το σεξ των 2 λεπτών. Το πρόβλημα του σεβασμού έρχεται τη στιγμή που θα αρχίσεις να απολογείσαι για το ατυχές γεγονός. Μειώνεις τον εαυτό σου με το να ζητάς 100 φορές συγγνώμη μέχρι να σε λυπηθεί. Αντί να κερδίσεις το σεβασμό της, θα την κάνεις να νιώσει λες και συνέβαλε σε φιλανθρωπικό event. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις σε μια τέτοια περίπτωση, είναι μια γερή δόση δεύτερου γύρου, κάνοντάς την να ξεχάσει αμέσως τον “2λεπτο” άντρα.

2. Να τα παρατάς εύκολα

Το να πεις “ναι” στο καπρίτσιο μιας κοπέλας είναι γοητευτικό. Όταν όμως γίνεις το “σκυλάκι” της, αυτόματα χάνεις και το σεβασμό της. Καμία γυναίκα δεν παραμένει ερωτευμένη με κάποιον που της κάνει όλα τα χατίρια ή τον σέρνει απ' τη μύτη. Νευρίασες μαζί της; Πες της το και διαφωνείστε εάν είναι απαραίτητο. Υποστήριξε τη γνώμη σου και μην την ηρεμείς με την καραμέλα “έχεις δίκιο” αν πιστεύεις ότι δεν έχει. Δείξε άφοβα τον δυναμισμό σου, θα εκτιμηθεί!

3. Να ζηλεύεις υπερβολικά

Η ζήλεια είναι περίεργο πράγμα. Λειτουργεί σαν παιχνίδι, ενδιαφέρον, αγωνία και αμφιβολία για την κοπέλα. Μπορεί να είναι κολακευτικό όταν συμβεί, όμως όταν ξεπερνάς τα όρια, μη περιμένεις να χαρεί. Αντιθέτως, θα δημιουργήσει μια αρκετά δυσάρεστη εικόνα για το πόσο εσύ σέβεσαι την ιδιωτική της ζωή και τελικά θα σταματήσει να σέβεται εσένα. Είναι καλό να της δείχνεις ότι κατέχεις το ένστικτο της προστασίας, όχι όμως το πόσο ανασφαλής είσαι.

4. Να σιχαίνεσαι τη δουλειά σου ...και να μη κάνεις τίποτα γι' αυτό

Ζούμε σε μια περίεργη εποχή, οπότε προφανώς δεν μιλάμε για το να ψάχνεις μια δουλειά που θες και να μην τη βρίσκεις! Συν του ότι δεν μπορούμε να κάνουμε όλοι το επάγγελμα των ονείρων μας για προφανείς, επίσης, λόγους. Αν όμως δεν είσαι ικανοποιημένος με τη δουλειά που έχεις, ενώ δεν κουνάς ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι για να βρείς κάτι που σου ταιριάζει περισσότερο και επιπλέον, φροντίζεις να της το κοπανάς ακατάπαυστα από το πρώτο ραντεβού, μην απορείς για το αποτέλεσμα. Για να το θέσω πιο ωμά, με την έλλειψη αυτοπεποίθησης και φιλοδοξίας κανείς δεν π*δηξε, πόσο μάλλον να κέρδισε το σεβασμό.

5. Να την απογοητεύεις

Υπάρχουν ήδη αρκετά πράγματα στη ζωή που μας γεμίζουν αμφιβολίες, ανασφάλεια και αβεβαιότητα. Εάν είπες ότι θα της τηλεφωνήσεις, άσε για 5 λεπτά το πληκτρολόγιο και κάντο. Αν υποσχέθηκες να γνωρίσεις τις φίλες της ή να βγείτε όλοι μαζί την Παρασκευή το βράδυ, τήρησέ το ακόμη και αν σου κάθονται στο λαιμό. Γενικά, προσπάθησε να είσαι συνεπής σε αυτά που θα της πείς ή πρόκειται να κάνεις. Μια κοπέλα θέλει δίπλα της ένα άτομο στο οποίο μπορεί να βασίζεται. Ο κόσμος είναι γεμάτος απογοητεύσεις, μην γίνεις και εσύ μία από αυτές. Για να απαιτήσεις τον σεβασμό, πρέπει πρώτα να τον κερδίσεις.

Από τον εαυτό σου ίσως καταφέρεις να κρυφτείς. Από εμάς όμως ...ΠΟΤΕ!

1. Έχουν περάσει «χροοοονια» από τότε που ήσουν μαθητής

paraskeui-exodos1

Θα πάρω το πιο απλό παράδειγμα. Βλέπεις τα βιβλία του αδερφού σου και δεν έχεις ιδέα ποιο μάθημα είναι. Ναι, δυστυχώς, άλλαξαν όλα από τότε που καθόσουν κι εσύ στα θρανία...

2. Μιλάς μόνο με 3 από τους παλιούς σου συμμαθητές

paraskeui-exodos2

Όταν περάσατε στο Πανεπιστήμιο, μιλούσες σε καθημερινή βάση με το 70% των συμμαθητών σου. Σιγά σιγά, τη θέση της ζωντανής επικοινωνίας, πήρε το skype. Τη θέση του skype πήρε το facebook chat και σταδιακά η επικοινωνία ...τερματίστηκε.

3. Η μικρή σου αδερφή, ετοιμάζεται για Πανελλήνιες

paraskeui-exodos3

Όταν εσύ τελείωνες το Λύκειο, αυτή ξεκινούσε το Δημοτικό. Τώρα όμως; Αυτή τελειώνει το Λύκειο κι εσύ ...την άνετη ζωή με τις καθημερινές εξόδους!

4. Ούτε καν ξέρεις όλα τα hot σημεία της πόλης

paraskeui-exodos4

Ο αυθεντικός νέος που είναι «μέσα στα πράγματα» δεν τσεκάρει ποτέ το Foursquare για να δει πού θα βγει απόψε. Όταν ξεκινά να το κάνει ...η κλεψύδρα μετρά ανάποδα!

5. Περνάς καλύτερα όταν βγαίνεις για φαγητό κι όχι για ποτό

paraskeui-exodos5

Στα πρώτα έτη του Πανεπιστημίου, υπήρχε μια περίοδος όπου ξενυχτούσες και μεθούσες τις 29 από τις 30 μέρες του μήνα. Πλέον, γουστάρεις πολύ περισσότερο να δοκιμάζεις γευστικά πιάτα από κουζίνες ολόκληρου του κόσμου. Πώς αλλάζουν τα πράγματα ε;

6. Οι φίλες του μικρού σου αδερφού, θα είναι εκεί, πίνοντας και καπνίζοντας

paraskeui-exodos6

Η αλήθεια είναι πως μόνο έτσι συνειδητοποιούμε την πραγματική μας ηλικία, ορισμένοι.

7. Τις ...Τετάρτες πέφτεις για ύπνο από τις 22.00

paraskeui-exodos7

Και πώς να μείνεις ξύπνιος περισσότερο, όταν είσαι στο πόδι από τα ξημερώματα, είχες ένα σωρό υποχρεώσεις να διευθετήσεις και ξέρεις πολύ καλά ότι η επόμενη μέρα θα είναι ακριβώς ίδια.

8. Διαβάζεις το άρθρο με την απορία αν αναφέρεται σε εσένα

paraskeui-exodos8

Άστο, μην το ψάχνεις, είναι γραμμένο ΑΚΡΙΒΩΣ για σένα!

Παλιότερα, τα ερωτευμένα ζευγάρια έστελναν ερωτικά γράμματα ή αφιέρωναν τραγούδια ο ένας στον άλλον. Οι εποχές ωστοσο πέρασαν, τα πράγματα άλλαξαν και η τεχνολογική εξέλιξη έχει επηρεάσει κάθε τομέα της καθημερινότητάς μας. Ναι, ακόμη και τον ερωτικό/σεξουαλικό. Το κινητό ή αλλιώς αυτό το μαραφέτι που έχει γίνει προέκταση του χεριού μας, μας «προκαλεί» να μεταφέρουμε τις ερωτικές μας σχέσεις στον ψηφιακό κι απρόσωπο κόσμο...

Ζούμε στην εποχή όπου το 90% των 20χρονων ζευγαριών, επιδίδονται καθημερινό sexting και μάλιστα σε οποιοδήποτε σημείο βρίσκονται μέσα στην ημέρα τους. Είτε είναι στη δουλειά, στη σχολή και τα ΜΜΜ, είτε βρίσκονται ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους ή στην άνεση του καναπέ τους. Είναι ένας απλός και γρήγορος τρόπος να «φτιαχτείς» και φυσικά να δείξεις στον/στη σύντροφο σου πόσο τον/τη θέλεις.

Η «καυτή» αυτή ασχολία βέβαια, δεν περιορίζεται στα στενά όρια των ζευγαριών. Το sexting το κάνουμε με την ίδια άνεση και με κάποιον άγνωστο ή με κάποια άγνωστη που πολύ πιθανό να μην έχουμε ξαναδεί μπροστά μας. Μπορεί να σου αρέσουν οι φωτογραφίες του προφίλ του/της στο Facebook, να του/της διεγείρεις την περιέργεια και να αισθανθείτε μια κάποια (ψηφιακή) έλξη. Δεν είναι καθόλου σπάνιο, ένα αθώο «Τι κάνεις;», να εξελιχθεί ταχύτητα στο κλασσικό «Τι φοράς;» και να καταλήξει στο «Τι θα μου έκανες;» και «Τι θα σου έκανα»...

Όσο διασκεδαστικό κι αν είναι, όσο βοηθητικό κι αν αποδεικνύεται στη διατήρηση σχέσεων εξ' αποστάσεως,  τίθεται ένα ερώτημα που πραγματικά μας προβληματίζει όλο και περισσότερο: «Μήπως κάνουμε περισσότερο ή και καλύτερο sexting, απ' ότι πραγματικό σεξ;».

Ως γνωστόν, αν δεν το εξασκείς το άθλημα, δεν αργείς να χάσεις τη φόρμα σου και (ψιλό)ξεχνάς το ταλέντο σου στο κρεβάτι. Βολεύεσαι με τα πληκτρολόγια, τη βρίσκεις με τις οθόνες κι αρχίζεις να απομυθοποιείς την σαρκική επαφή με τον/τη σύντροφό σου. Στη θεωρία το ερωτικό άγγιγμα είναι μακράν απολαυστικότερο από μια σειρά emojis ή και ...πονηρές φωτογραφίες. Στην πράξη όμως, τι συμβαίνει;

Σκεφτείτε τα παραπάνω ερωτήματα κι απαντήστε με απόλυτη ειλικρίνεια. Όχι για να κατηγορήσετε τον εαυτό σας ή τον/τη φίλο/η σας, ούτε για να διακόψετε πλήρως μία (ερεθιστική) εξέλιξη της εποχής μας. Το στοίχημα είναι να βάλετε όρια, να αυξήσετε την εγκεφαλική διέγερση που προκαλεί μια σειρά ερεθιστικών μηνυμάτων και να την εκμεταλλευτείτε βελιτώνοντας τις επιδόσεις σας στο πραγματικό σεξ. Αυτός άλλωστε, είναι κι πραγματικός στόχος του καλού sexting. Διαφορετικά, τ' αρνητικά που προκαλεί είναι πολύ περισσότερα από τα θετικά και θα φανούν στο άμεσο μέλλον...