Items filtered by date: Σάββατο, 02 Ιουνίου 2018 - Radio 0211

Είναι και αυτές οι δεύτερες ευκαιρίες, οι τρίτες, οι τέταρτες, οι ανώφελες πια ευκαιρίες, που δίνεις σε κάποιον στη ζωή σου για να μείνει, είτε φίλος, είτε σχέση, είτε οτιδήποτε. Λες και χρειάζονται ευκαιρίες για να μείνει κάποιος που πραγματικά το θέλει… λες και η ζωή σου είναι ένα παιχνίδι κατάκτησης από έναν ατζαμή παίκτη που το μόνο που θέλει είναι να βολεύεται παίζοντας με σημαδεμένη τράπουλα.

Επιμένεις όμως να πιστεύεις στους ανθρώπους, στο καλό που έχουν μέσα τους, στην αγνότητα της ψυχής τους, που δεν μπορεί κάπου θα υπάρχει και παλεύεις να την βρεις. Έχεις μάθει να συμπαραστέκεσαι στον πόνο του άλλου, να απλώνεις το χέρι να τον σηκώνεις όταν πέφτει κάτω, να του δείχνεις μέσα από τη δική σου ομίχλη το φως για να βρει τον δρόμο.

Έχεις μάθει να μην παραιτείσαι από τους ανθρώπους που αγαπάς και νοιάζεσαι. Παλεύεις να τους δώσεις ό,τι καλύτερο έχεις για να είναι καλά και καταλήγεις να αφιερώνεις τον εαυτό σου ψάχνοντας τη δική τους λύτρωση. Τότε είναι που χάνεις τη δική σου λύτρωση, τη δική σου γαλήνη και ηρεμία. Άφησες ανοικτή την πόρτα σου άνευ όρων και σε λεηλατούν χωρίς έλεος κι αφού σε διαλύσουν ζητούν μια ακόμα ευκαιρία για να μείνουν.

Μια ευκαιρία που στην αρχή δίνεις με κατανόηση, ίσως και μια δόση ηττοπάθειας, αφού αρνείσαι πεισματικά να πιστέψεις στο ψέμα που κουβαλάει ο άλλος μέσα του. Μια ευκαιρία που γίνεται κι άλλη, κι άλλη και καταλήγει σε ένα τεράστιο θυμό που κουβαλάς μέσα σου. Έναν θυμό τυλιγμένο από αναπάντητα «γιατί».

Έρχεται όμως η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν νιώθεις πια θυμό, ούτε απογοήτευση, ούτε τίποτα. Είναι η στιγμή που βρίσκεσαι σε ένα κενό γιατί ξέρεις πως όλα έχουν τελειώσει. Τότε σταματάς να επιμένεις, να υπομένεις και να μένεις σε μια κατάσταση ανούσια. Είσαι πια σε ηλικία που δεν έχεις χρόνο για χάσιμο με παιχνίδια στημένα και ξεπουλημένα. Είναι η στιγμή που μετά το θυμό έρχεται το ξενέρωμα και αντί να περιμένεις να μείνει ο άλλος, φεύγεις εσύ.

Έτσι απλά… χωρίς θυμό, χωρίς νεύρα, χωρίς απαιτήσεις για να πάρεις μια ανειλικρινή «συγνώμη». Φεύγεις… Έτσι απλά, γιατί ξέρεις ότι δεν άξιζε τον κόπο να πάρεις μαζί σου κάποιον που δεν ήθελε στο ταξίδι της ζωής σου… Το ταξίδι όμως για εσένα συνεχίζεται…προχώρα να το απολαύσεις…

Published in Απόψεις

Σύμφωνα με την αστυνομία άγνωστος δράστης εισέβαλλε την Παρασκευή στις 19:20 με μαχαίρι στο σούπερ μάρκετ ασιατικής ιδιοκτησίας, επί της οδού Stressemann στο Düsseldorf. 

Ο δράστης επιτέθηκε στον ιδιοκτήτη για να του αποσπάσει τις εισπράξεις της ημέρας και κατάφερε να το τραυματίσει στο λαιμό με το μαχαίρι που κρατουσε. Απο τις φωνές του ιδιοκτητη, ο δράστης τράπηκε σε φυγή και περαστικοι ειδοποίησαν την αστυνομία και ασθενοφόρο για να μεταφερθεί ο άτυχος άντρας στο νοσοκομείο. 

Η αστυνομία διενεργεί έρευνα και ο δράστης αναζητείται.

Υλικά για 4 άτομα

Για τις πέννες

  • 500 γρ. πέννες ριγέ
  • 500 γρ. μεσαίες  γαρίδες, καθαρισμένες και αποφλοιωμένες
  • 3 κ. σ. ελαιόλαδο
  • 100 γρ.  ντομάτες, ψιλοκομμένες
  • ½ φλ. μοτσαρέλα, τριμμένη
  • 1 κ. σ. μπούκοβο
  • αλάτι, κατά βούληση
  • πιπέρι μαύρο, φρεσκοτριμμένο, κατά βούληση
  • ¼ φλ. παρμεζάνα, τριμμένη
  • 2 κ. σ. φρέσκο μαϊντανό, ψιλοκομμένο

Για τη σάλτσα Αλφρέντο

  • 2 κ. σ. βούτυρο, ανάλατο
  • 6 σκελίδες σκόρδο, λιωμένες
  • 1 κ .σ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 200 ml. γάλα
  • 1 φλ. κίτρινο ημίσκληρο αγελαδινό τυρί, τριμμένο
  • αλάτι,
  • πιπέρι μαύρο, φρεσκοτριμμένο

Εκτέλεση

Για τη σάλτσα Αλφρέντο

  1. Ζεσταίνουμε μια μεγάλη κατσαρόλα σε μέτρια φωτιά και βάζουμε το βούτυρο.
  2. Μόλις λιώσει το βούτυρο, προσθέτουμε το σκόρδο και το σοτάρουμε για 2 λεπτά.
  3. Ρίχνουμε το αλεύρι και χτυπάμε με σύρμα συνεχώς για 1 λεπτό σε χαμηλή φωτιά, μέχρι να ροδίσει ελαφρά.
  4. Σταδιακά προσθέτουμε το γάλα χτυπώντας με το σύρμα συνεχώς, ώστε να μη σβολιάσει.
  5. Συνεχίζουμε να χτυπάμε, μέχρι το γάλα να αρχίσει να βράζει και η σάλτσα να πήξει.
  6. Προσθέτουμε το κίτρινο ημίσκληρο τυρί, αλατοπιπερώνουμε και αφήνουμε το τυρί να λιώσει.
  7. Μόλις πήξει η σάλτσα, την αποσύρουμε από τη φωτιά και την αφήνουμε στην άκρη.

Για τις πέννες

  1. Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 200 C.
  2. Λαδώνουμε με λίγο ελαιόλαδο ένα πυρίμαχο σκεύος και βάζουμε τις γαρίδες.
  3. Αλατοπιπερώνουμε τις γαρίδες, τις ραντίζουμε με 1 κ.σ. ελαιόλαδο και ανακινούμε το σκεύος να ενωθούν τα υλικά.
  4. Ψήνουμε τις γαρίδες για 5-6 λεπτά, μέχρι να πάρουν ροζ χρώμα και τις αφήνουμε στην άκρη.
  5. Χαμηλώνουμε τη θερμοκρασία του φούρνου στους 180 C.
  6. Λαδώνουμε ένα μεγαλύτερο πυρίμαχο σκεύος και το αφήνουμε στην άκρη.
  7. Σε μια μεγάλη κατσαρόλα με νερό που βράζει, ρίχνουμε τις πέννες ριγέ και τις μαγειρεύουμε αλ ντέντε, 3 λεπτά λιγότερο από τις οδηγίες του πακέτου.
  8. Στραγγίζουμε τις πέννες ριγέ και τις αφήνουμε στην άκρη μέσα σε ένα σουρωτήρι, ώστε να στραγγίσουν καλά.
  9. Σε ένα μεγάλο μπολ βάζουμε τις μαγειρεμένες πέννες ριγέ, τις ψημένες γαρίδες, τις ντομάτες, τη μοτσαρέλα, το μπούκοβο, τη σάλτσα αλφρέντο και ανακατεύουμε απαλά με μια κουτάλα.
  10. Μεταφέρουμε το μείγμα στο λαδωμένο σκεύος και πασπαλίζουμε ομοιόμορφα με την παρμεζάνα.
  11. Ψήνουμε τα ζυμαρικά στο προθερμασμένο φούρνο για 15 λεπτά, μέχρι να λιώσει το τυρί και να ροδίσει.
  12. Πασπαλίζουμε με το μαϊντανό και σερβίρουμε.
Published in Bella Vita

Αρχαία ελληνική πόλη βγαίνει στην αγορά για 5,6 εκατομμύρια λίρες γράφουν οι Times σε ανταπόκρισή τους από την Κωνσταντινούπολη. Η βρετανική εφημερίδα αναφέρει ότι η αρχαία ελληνική πόλη της Βαργυλίας που βρίσκεται κοντά στο τουρκικό θέρετρο της Αλικαρνασσού, έχει βγει προς πώληση από το 2015, αλλά καθώς δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα αγοραστής, η τιμή μειώθηκε κατά 1,5 εκατομμύριο λίρες.

Ο χώρος των 330 στρεμμάτων περιλαμβάνει θέατρο, ακρόπολη και νεκρόπολη και αφού ποτέ δεν έχει ανασκαφεί πλήρως, θα μπορούσε να έχει πολλούς θησαυρούς κρυμμένους κάτω από τη γη.

Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ των Times και μεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο, η σύγχρονη Τουρκία φιλοξενεί πολλά αρχαία μνημεία της Ελλάδας, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονται κατά μήκος του Αιγαίου και των ακτών της Μεσογείου. Οι χώροι αυτοί, καθώς και άλλοι ανήκουν στο τουρκικό Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού και σε αυτούς έχουν γίνει προσεκτικές ανασκαφές και είναι καλά διατηρημένοι.

Άλλοι μικρότεροι χώροι όμως όπως είναι η Βαργυλία συχνά απειλούνται. Το κυνήγι του θησαυρού είναι ένα ευρέως διαδεδομένο φαινόμενο στην Τουρκία, τόσο σε αρχαίες τοποθεσίες όσο και σε μέρη όπου υπάρχουν φήμες ότι οι αρμενικές οικογένειες έθαψαν το χρυσό τους πριν φεύγουν από την Ανατολία το 1915.

(φωτογραφία αρχείου)

Δύο λιοντάρια, δύο τίγρεις και ένα τζάγκουαρ έσπειραν τον πανικό άθελά τους στη δυτική Γερμανία, όταν οι αρχές θεώρησαν ότι είχαν δραπετεύσει από τον ζωολογικό κήπο όπου φιλοξενούνταν. Ακολούθησε ένα πολύωρο «σαφάρι» στην περιοχή του Άιφελ, κοντά στο Λουξεμβούργο, μέχρι να εντοπιστούν τα αιλουροειδή. Δεν είχαν φύγει ποτέ από τον περίβολό τους, απλώς κρύφτηκαν στα κλουβιά τους, προφανώς για να προφυλαχθούν από την καταρρακτώδη βροχή.

Σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο, οι αρχές αναγκάστηκαν πάντως να σκοτώσουν μια αρκούδα, που όντως δραπέτευσε.

Αφού ανακοίνωσαν ότι τα πέντε αιλουροειδή είχαν εξαφανιστεί, οι τοπικές αρχές προειδοποίησαν τους κατοίκους των γειτονικών κοινοτήτων και τους ζήτησαν να κλειδαμπαρωθούν στα σπίτια τους για να μην κινδυνεύσουν. Μετά από αρκετές ώρες όμως, αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ότι απλώς είχαν χάσει τα ίχνη των ζώων και, επειδή ο φράχτης ασφαλείας είχε υποστεί ζημίες από την κακοκαιρία, θεώρησαν ότι το είχαν σκάσει.

Ο δήμαρχος της κοινότητας Άρτσφελντ, Αντρέας Κρούπερτ, απέδωσε στην κακοκαιρία τη σύγχυση που επικράτησε για πολλές ώρες.

Τα ζώα, πιθανότατα πανικοβλημένα από τα ασυνήθιστα καιρικά φαινόμενα, δεν έκαναν την εμφάνισή τους νωρίς το πρωί, όταν τα αναζήτησε το προσωπικό του ζωολογικού κήπου Άιφελζου. Ούτε εντοπίστηκαν αργότερα, όταν έστειλαν ένα τηλεχειριζόμενο αεροπλανάκι να τα ψάξει από αέρος. Μετά από τις μάταιες αναζητήσεις στον χώρο του πάρκου, οι εργαζόμενοι σήμαναν συναγερμό.

18152448873689

Λίγες ώρες αργότερα, όταν υποχώρησαν τα νερά στον περίβολο των ζώων, είδαν ότι όλα –εκτός από την αρκούδα– είχαν παραμείνει εκεί. Σύμφωνα με ένα τοπικό τηλεοπτικό κανάλι, ένας κοντινός ποταμός υπερχείλισε και πλημμύρισε σχεδόν όλον τον χώρο.

Πυροσβέστες, αστυνομικοί και κτηνίατροι οργάνωσαν πολλές έρευνες γύρω από την κοινότητα Λούνεμπαχ, όπου βρίσκεται στο πάρκο, στα σύνορα της Γερμανίας με το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο.

Περίπου 60 είδη ζώων φιλοξενούνται στο πάρκο αυτό.

Δεν είναι η πρώτη φορά που άγρια ζώα δραπετεύουν από ζωολογικούς κήπους στη Γερμανία. Στη Λειψία, το 2016, δύο λιοντάρια το έσκασαν από τον περίβολό τους και οι αρχές αναγκάστηκαν να σκοτώσουν το ένα από αυτά. Την ίδια τύχη είχαν ένας ουρακοτάγκος που δραπέτευσε το 2015 στο Ντούισμπουργκ και μια αρκούδα πέρσι στο Όσναμπρικ.

Ο Αυστριακός, εβραϊκής καταγωγής συγγραφέας Ερνστ Βάις δεν είναι μέχρι σήμερα γνωστός στο ευρύτερο λογοτεχνικό κοινό, ούτε καν στον γερμανόφωνο κόσμο. Οι μελέτες και κριτικές που υπάρχουν είναι λιγοστές, έμελλαν τα λογοτεχνικά του έργα να επισκιαστούν από αυτά των μεγάλων συγγραφέων του γερμανόφωνου κόσμου που έζησαν το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, του Φραντς Κάφκα και του Τόμας Μαν. Ο Ερνστ Βάις ποτέ δεν ήταν μόνο συγγραφέας, σπούδασε ιατρική και εργάστηκε για πολλά χρόνια ως χειρουργός. Αυτή ακριβώς η ιατρική οπτική στα πράγματα είναι που κάνει ξεχωριστή τη γραφή του Βάις ακόμη κι αν δεν έχουν σωθεί πολλά κείμενα του. Η «χειρουργική» προσέγγιση των θεμάτων που εστιάζει στις μικρές λεπτομέρειες, στις βαθύτερες αιτίες των παθογενειών, τις οποίες μόνο ένα καλά εκπαιδευμένο ιατρικά μυαλό μπορεί να εντοπίσει αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Έρνστ Βάις, όπως εκτιμά ο Έλληνας μεταφραστής του, Αλέξαδρος Κυπριώτης, με αφορμή την έκδοση πριν από λίγο καιρό στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Σκαρίφημα του «Αυτόπτη Μάρτυρα», ενός μοιραίου έργου που γράφτηκε στο Παρίσι το 1938, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αυτόπτης μάρτυρας μιας ερεβώδους εποχής

Ο Ερνστ Βάις αυτοκτόνησε την ημέρα που τα ναζιστικά στρατεύματα εισέβαλαν στο Παρίσι στις 15 Ιουνίου του 1940 και δεν πρόλαβε ποτέ να δει τυπωμένο το τελευταίο βιβλίο του, τον «Αυτόπτη Μάρτυρα». Το βιβλίο εκδόθηκε πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του Βάις, το 1963. Από τον αιφνίδιο θάνατο του Βάις αλλά και την μυστηριώδη εξαφάνιση μετά την αυτοκτονία του μιας βαλίτσας με χειρόγραφες σημειώσεις του στο Παρίσι άντλησε μάλιστα έμπνευση και η συγγραφέας Άννα Ζέγκερς για το δικό της μυθιστόρημα, «Τράνζιτο», που γράφτηκε το 1944, σημειώνει ο Αλέξαδρος Κυπριώτης. Ο Βάις ήταν Εβραίος αλλά και βαθιά δημοκράτης και ως εκ τούτου «εχθρός» του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος στη Γερμανία, όπου έζησε και εργάστηκε για πολλά χρόνια.

44028574_403

Ήταν και ο ίδιος ένας αυτόπτης μάρτυρας, όπως και ο ήρωας του ομώνυμου μυθιστορήματος. Αυτόπτης μάρτυρας μιας «κορεσμένης εποχής», όπως γράφει στο βιβλίο, μιας εποχής που είχε φτάσει σε τέλμα: από την βιομηχανική πρόοδο στον όλεθρο του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου κι από την «εκπληκτική εποχή της άνθησης» στα πρώτα χρόνια της Δημοκρατία της Βαϊμάρης στην άνοδο και ολοκληρωτική επικράτηση του ναζισμού, που σήμανε το τέλος των «ιδανικών του κοσμοπολιτισμού». Ακόμη και οι περιγραφές ασήμαντων οικογενειακών στιγμών, περιστατικών από την καθημερινότητα και συναντήσεων με ανθρώπους διαφορετικών κοινωνικών καταβολών, θρησκευτικών πεποιθήσεων και ιδεολογίας αναδύουν το αποπνικτικό κλίμα, τις αντιφάσεις αλλά και την σταδιακή άνοδο του αντισημιτισμού. Κι όλα αυτά από την οπτική ενός μεσοαστού που παλεύει να βρει τον δρόμο του μέσα σε μια περίοδο χάους. Ακριβώς αυτή η μεσοαστική οπτική είναι που διαφοροποιεί τον Βάις από τον Κάφκα και άλλους συγγραφείς του μεσοπολέμου.

Η ανατομία του ναζιστικού φαινομένου

Πόσο αυτοβιογραφικός είναι  όμως ο «Αυτόπτης Μάρτυρας»; Όπως αναφέρει ο μεταφραστής του Βάις, ο ήρωας του μυθιστορήματος έχει κοινά στοιχεία με τον συγγραφέα, είναι και οι δύο γιατροί που αναγκάστηκαν να ζήσουν σε πολλές χώρες, ενηλικιώνονται, σπουδάζουν, πηγαίνουν στον πόλεμο. Ο ήρωας ωστόσο δεν είναι Εβραίος, ούτε συγγραφέας αλλά ψυχίατρος. Το βιβλίο βρίθει επίσης αναφορών σε πραγματικά γεγονότα του Α´ Παγκόσμιο Πόλεμου, της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης αλλά και της κρίσιμης δεκαετίας ´30 με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, του Α.Χ όπως αποκαλείται συνθηματικά στο βιβλίο. Mάλιστα ο Βάις παραθέτει και αποσπάσματα από το « Ο Αγών μου» του Χίτλερ. Το μυθιστόρημα είναι μια γραμμική αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο που ακολουθεί την πορεία του ήρωα από την εφηβεία του και τις αναμνήσεις του από τη συντηρητική οικογένειά του που δεν συμπαθούσε τους Εβραίους, στα φοιτητικά του χρόνια αλλά πολύ περισσότερο στην οδυνηρή εμπειρία να διατελέσει στρατιωτικός γιατρός στο Δυτικό Μέτωπο κατά τον Α´ ΠΠ.

Εκεί έμελλε να γνωρίσει ως θεράπων ιατρός τον υπερφίαλο, φανατικό και εμφανώς ψυχικά διαταραγμένο υποδεκανέα Α.Χ, που έπασχε από υστερική τύφλωση, όπως και πολλοί άλλοι βετεράνοι των χαρακωμάτων. Αυτό είναι ένα πραγματικό στοιχείο της ζωής του Χίτλερ, το οποίο αποκάλυψε στον Βάις ο δημοσιογράφος και πολιτικός συγγραφέας Κόνραντ Χάιντεν που είχε γράψει μια από τις πρώτες βιογραφίες του Χίτλερ ήδη τη δεκαετία του ´30. Ο ήρωας θεραπεύει, λοιπόν, τον Α.Χ. λίγο πριν την «τρομερή Ειρήνη των Βερσαλλιών» για να συνειδητοποιήσει όμως κάποια χρόνια αργότερα ότι ο ασήμαντος υποδεκανέας προήχθη σιγά σιγά σε ηγετικό στέλεχος ενός ολοκληρωτικού κόμματος που βυθίζει τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης σε όλο και μεγαλύτερο πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό σκότος. Μάλιστα ο υποδεκανέας μιλούσε με μοναδική μαεστρία τη γλώσσα του απλού λαού για να περάσει όμως τα πιο μισαλλόδοξα μηνύματα, καταφέρνοντας έτσι να κερδίσει τελικά τις εκλογές για το Ράιχσταγκ. Η υποταγή του πλήθους στον νέο πολιτικό «Μεσσία» ήταν απόλυτη.  Ο Α. Χ. σε κάθε του ομιλία εκστασίαζε τις μάζες, που ήλπιζαν ότι θα τους βγάλει από τα δεινά της παρηκμασμένης εποχής -μιας εποχής που υφίστατο τις συνέπειες του Α´ ΠΠ και μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης.

Το ηθικό δίλημμα του ήρωα: Να πράξει ως επιστήμονας ή ως  πολίτης;

Το ηθικό δίλημμα του «Αυτόπτη μάρτυρα» είναι τελικά «κατά πόσο έπραξε σωστά ο ήρωας του μυθιστορήματος θεραπεύοντας τότε στο Δυτικό Μέτωπο τον διαταραγμένο υποδεκανέα που έγινε στη συνέχεια ο Φύρερ, «ένας μάγος, ένας δεσπότης, ένας γητευτής κι ένας φριχτός, σκληρός ιερέας συγχρόνως», όπως τον περιγράφει στο βιβλίο. Σε άλλο σημείο τον αποκαλεί «αχόρταγο, χωρίς φραγμούς, δαιμονικό» που «μιλούσε με μίσος για τους μαρξιστο-Eβραίους υπανθρώπους αλλά παραδεχόταν ότι δεν έχει διαβάσει Μαρξ». Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Αλ. Κυπριώτη, αυτό που απασχολεί τον ήρωα είναι πώς τελικά βοήθησε έναν τέτοιο άνθρωπο να γίνει αυτό που έγινε στη συνέχεια. Τον απασχολεί ο ρόλος που έπαιξε εν αγνοία του στη ζωή ενός ανθρώπου που αιματοκύλισε μετά την Ευρώπη. Σε κάποιο σημείο του βιβλίου, σύμφωνα με δημοσίευμα της deutsche welle, ο ήρωας αμφιταλαντεύεται έντονα, αντιπαλεύουν μέσα του από τη μια συνείδηση του γιατρού, του επιστήμονα κι από την άλλη το καθήκον του δημοκράτη πολίτη. «Ίσως για μια στιγμή μετάνιωσα γι αυτό που είχα κάνει το 1918», αναφέρει ο ήρωας στο βιβλίο. Τελικά όμως οριστική απάντηση δεν δίνει ο ήρωας για το αν έπραξε σωστά ή όχι. «Αυτό έχει να κάνει και με το ότι ο Βάις ο ίδιος ήταν γιατρός. Δεν παίρνει θέση, απλώς θέτει έναν προβληματισμό που είναι εντελώς ανθρώπινος», σημειώνει ο Αλ. Κυπριώτης.

Αλλά γιατί να διαβάσει σήμερα κανείς Ερνστ Βάις; Είναι ένα βιβλίο συγκλονιστικά προφητικό αν σκεφτεί κανείς ότι γράφτηκε πριν το ξέσπασμα του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, κι όμως διαβάζοντάς το κανείς νιώθει ότι η πορεία προς τον όλεθρο του Ολοκαυτώματος ήταν προδιαγεγραμμένη. Είναι ένα ντοκουμέντο «ιστορικής μνήμης», αναφέρει και ο Αλέξανδρος Κυπριώτης. Ένα ξεχασμένο βιβλίο που υπενθυμίζει τους κινδύνους του άκρατου λαϊκισμού και της δαινομοποίησης του άλλου, του ξένου, του διαφορετικού ακόμη και σήμερα. Κι όπως λέει ο Αλ. Κυπριώτης, είναι σαν «ένα αίτημα της εποχής» να φέρνει ξανά στην επιφάνεια βιβλία που ήταν ξεχασμένα για πολλές δεκαετίες, όπως ο «Αυτόπτης Μάρτυρας».