Items filtered by date: Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017 - Radio 0211

Η σεξουαλική κακοποίηση των ανηλίκων είναι ένα «βουβό» πρόβλημα στην ελληνική κοινωνία, όπως προκύπτει τόσο από την εμπειρία των ειδικών όσο και από τα στοιχεία. Τα ίδια τα παιδιά βιώνουν το τραύμα της κακοποίησης με αισθήματα ενοχής που τα αποτρέπει από το να μιλήσουν - «Αισθάνονται ότι έχουν φταίξει για κάτι και γι' αυτό τους συνέβη αυτό που τους συνέβη.

Έτσι λειτουργεί το παιδικό μυαλό» όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η παιδοψυχολόγος Αντιγόνη Γινοπούλου. Και οι γονείς σιωπούν πολλές φορές όμως, καθώς φοβούνται το κοινωνικό στίγμα.

Είναι ένας τοξικός συνδυασμός σιωπής που επιβεβαιώνεται και από τις έρευνες. Η τελευταία από αυτές είχε πραγματοποιηθεί πριν από πενταετία από το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού σε δείγμα 15.000 παιδιών. Το ποσοστό εκείνων που απάντησαν ότι έχουν πέσει θύματα σεξουαλικής βίας ήταν 7,6%, ενώ περισσότερα από τα μισά από αυτά τα παιδιά είχαν κακοποιηθεί σεξουαλικά με επαφή. Την ίδια ώρα ωστόσο τα περιστατικά που είχαν καταγγελθεί σε διάφορους φορείς αντιστοιχούσε στο 0,07%.

Η αποκάλυψη του τελευταίου περιστατικού σεξουαλικής κακοποίησης με αρνητικό πρωταγωνιστή έναν δάσκαλο μουσικής είναι από αυτήν την άποψη η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το ερώτημα που γεννάται δεν είναι πώς μπορεί να σπάσει αυτός ο εφιαλτικός κύκλος της σιωπής, αλλά και πώς μπορούν να προστατευτούν τα παιδιά από την έκθεση σε αυτόν τον κίνδυνο.

Το βάρος επομένως πέφτει κυρίως στους γονείς και σε δεύτερο επίπεδο στους εκπαιδευτικούς. Οι οποίοι, ωστόσο, καλούνται να επικοινωνούν σε μια συνθήκη «αλληλοπαρατήρησης» καθώς τα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης σημειώνονται πολλές φορές στο οικογενειακό περιβάλλον χωρίς να λείπουν και εκείνα στο ευρύτερο σχολικό περιβάλλον, όπως συνέβη στο ωδείο με τον δάσκαλο της μουσικής.

Ανεξάρτητα από το περιβάλλον πάντως το κλειδί της πρόληψης βρίσκεται στην ενημέρωση. «Σε μικρότερες ηλικίες η ενημέρωση μπορεί να γίνει μέσα από ένα παραμύθι. Στις μεγαλύτερες η συζήτηση μπορεί να γίνει πιο ανοικτά. Το παιδί πρέπει να είναι και ενημερωμένο και υποψιασμένο έτσι ώστε εάν έρθει αντιμέτωπο με μια τέτοια κατάσταση να έχει αυξημένες πιθανότητες να προστατεύσει τον εαυτό του» σημειώνει η Αντιγόνη Γινοπούλου.

Published in Bella Vita

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Στρασβούργο 5 Σεπτεμβρίου 2017

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι στην υπόθεση Bărbulescu κατά Ρουμανίας υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας).

Η υπόθεση αφορούσε

α) την απόφαση ιδιωτικής εταιρείας να απολύσει έναν υπάλληλο αφού παρακολούθησε τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες του,

β) Την εικαζόμενη παράλειψη των εθνικών αρχών να προστατεύσουν το δικαίωμά του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας του εργαζομένου

To ΕΣΔΑ με την χθεσινή του απόφαση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εθνικές αρχές της χώρας  δεν είχαν επαρκώς προστατεύσει το δικαίωμα του κ. Bărbulescu στο σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής και της αλληλογραφίας του.

Συγκεκριμένα, τα εθνικά δικαστήρια δεν κατόρθωσαν να εξακριβώσουν αν ο Bărbulescu είχε λάβει ειδοποίηση από τον εργοδότη του σχετικά με το ενδεχόμενο παρακολούθησης των επικοινωνιών του, ούτε έλαβαν υπόψη είτε το γεγονός ότι δεν είχε ενημερωθεί για τη φύση ή την έκταση της παρακολούθησης και συγκεκριμένα για τον βαθμό εισβολής στην ιδιωτική του ζωή και την αλληλογραφία του.

Επιπλέον, οι εθνικές αρχές δεν είχαν καθορίσει, αφενός, τους ειδικούς λόγους που θα μπορούσαν δικαιολογούσαν την λήψη μέτρων παρακολούθησης, και δεύτερον δεν εξέτασαν εάν ο εργοδότης θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ηπιότερα μέτρα παρακολούθησης.

Όσον αφορά το πεδίο της παρακολούθησης και τον βαθμό παρεμβολής στην ιδιωτικότητα του κ. Bărbulescu, αυτό δεν έχει εξεταστεί από κανένα από τα εθνικά δικαστήρια, έστω και αν ο εργοδότης είχε καταγράψει όλες τις επικοινωνίες του κ. Bărbulescu κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης σε πραγματικό χρόνο και είχε
εκτυπώσουν το περιεχόμενό τους.

Ομοίως, τα εθνικά δικαστήρια δεν προέβησαν σε επαρκείς εκτιμήσεις ως προς το αν υπήρξε νόμιμος λόγος
ο οποίος θα δικαιολογούσε  την παρακολούθηση των ανακοινώσεων του κ. Bărbulescu.

Κανένα επίσης από τα εθνικά δικαστήρια δεν εξέτασε επαρκώς κατά πόσον ο σκοπός που επιδιώκεται
ο εργοδότης θα μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερο παρεμβατικές μεθόδους παρά πρόσβαση στο περιεχόμενο του ηλεκτρονικών επικοινωνιών του εργαζομένου.

 

 

 

Published in Steuer