Απόψεις: Δεν μεταναστεύουν οι άνθρωποι, τα όνειρα και οι ελπίδες μεταναστεύουν. Γραφει η Βαρβάρα Παπαδοπούλου

Πλησιάζει η παγκόσμια ημέρα του μετανάστη και θέλω τόσο πολύ να γράψω κάτι. Κάτι αληθινό. Κατι πραγματικό. Όχι απλές αράδες, αυτές με στατιστικά. Θέλω να δώσω να καταλάβουν πραγματικα ποσό δύσκολη είναι η ξενιτιά.
Θέλει δύναμη η ξενιτια. Θέλει κότσια. Θέλει υπομονή. Θέλει επίμονη.
Όχι η ξενιτιά δεν ταιριάζει σε όλους.Δεν μπορούν όλοι να αντέξουν αυτό το βάρος. Αυτή την πληγή του ξεριζωμού.
Γιορτάζουμε σήμερα, εμείς όλα τα ξένακια. Όλοι εμείς που καταφέραμε όχι μόνο να πάρουμε την απόφαση να φύγουμε, αλλα κυρίως που είχαμε τη δύναμη , το κουράγιο να το πραγματοποιήσουμε.
Δεν ξέρω αν γιορτάζω και αν χαίρομαι πραγματικά. Πάντως νιώθω περήφανη. Περήφανη που μέσα σε όλες τις δυσκολίες άντεξα. Άντεξε το σώμα, άντεξε η ψυχή. Άντεξε η καρδιά. Άντεξε το μυαλό. Γιατί καθένα από αυτά έχει τις δικές του ανάγκες. Τις δικές επιθυμίες. Και συ προσπάθησες και προσπαθείς όλα να τα συνταιριάξεις.Να τα ισορροπήσεις.
Ακροβάτες όλοι εμείς. Άλλα να ζητά η καρδιά και άλλα να προστάζει το μυαλό. Η φωνή της λογικής που μπορεί να ξεχωρίσει το πρακτικό, ενάντια στην καρδιά και την ψυχή που άλλα νοσταλγούν και άλλα επιθυμούν. Ακροβάτες μια ζωή. Ανάμεσα σε δυο κόσμους, σε δυο καταστάσεις, σε δύο τόπους. Που όσο και να πονά η καρδια , το μυαλό ξεχωρίζει ποιό είναι το αντικειμενικά καλό για σένα.
Μία ζωή θα ακροβατώ σε αυτό που επιθυμώ και σε αυτό που μπορώ να έχω. Τα θέλω ενάντια στα πρέπει.
Αυτο κάνω από την πρώτη μέρα πριν κάποια χρόνια που ήρθα Γερμάνια .Τι ενιωσα; Πώς αντεδρασα; Αυτές τις πρώτες σκέψεις θα σας γράψω. Θα ξεγυμνώσω την ψυχή μου.
Όχι μόνο γιατί γιορτάζω. Όχι μόνο γιατί πονάω. Αλλά και ως απάντηση σε όλους αυτούς που μας θεωρούν προδότες! Να γνωρίζουν οτι προδώσαμε μόνο τους εαυτούς μας κανέναν αλλο.

Δεν μεταναστεύουν οι άνθρωποι, τα όνειρά και οι ελπίδες μεταναστεύουν. Οπου πάει η καρδιά ακολουθεί και το σώμα. Αυτήν την απάντηση παίρναν όσοι ρώταγαν γιατί φύγαμε. Πότε δε φαντάστηκα τον εαυτό μου να αποζητά την Ελλάδα. Την είχα δεδομένη. Ποτε δε φαντάστηκα τον εαυτό μου να αποζητά την οικογένεια,τους φίλους, τον ήλιο και τη θάλασσα. Πότε! Τα είχα πάντα απλόχερα.
Μια ουτοπία είναι τελικά το πότε. Μια χίμαιρα το πάντα. Πάντα και πότε .Δυο λέξεις που δε θα ξεστομίσω ξανά με τόση ευκολία.
Να αποζητώ την πόλη μου, που με μεγάλωσε,με αγκάλιασε, με πότισε με την κουλτούρα της.Με έδωσε χαρές, λύπες, αναμνήσεις. Που δυστυχώς δεν περιγράφονται με λέξεις, όσο και να προσπαθείς. Πώς να περιγράψεις μυρωδιές και εικόνες, που έχουν αποτυπωθεί μέσα σου και έχουν γίνει ,ένα μαζί σου.
Είχα λοιπόν να κόψω δυο ομφάλιους λώρους και όχι έναν. Έπρεπε να αποκοπώ βίαια από δύο πράγματα, τη Θεσσαλονίκη μου και την οικογένεια μου.
Βρέθηκα να ετοιμάζω βαλίτσες για νέο προορισμό. Αυτόν της ανάγκης,αυτόν που όσο και να μην επιθυμούσα, γνώριζα ότι θα με έβγαζε από το οικονομικό αδιέξοδο αλλά ταυτόχρονα θα με βύθιζε σε ένα άλλο. Αυτό της νοσταλγίας.
Τι να πρωτοχωρέσεις όμως σε λίγες βαλίτσες. Τα όνειρα και οι ελπίδες βέβαια είχαν ήδη ταξιδέψει. Μαζί μου συνεπιβάτες θα ήταν η πίκρα και ο θυμός. Ανεκπλήρωτα όνειρα, η πικρή γεύση της προδοσίας από ένα απρόσωπο κράτος που δεν με προστάτεψε και μια γλυκιά πατρίδα. Αυτά θα έπαιρνα μαζί μου.Μια πίκρα, ένα τεράστιο θυμό και ένα γιατί.
Δεν θυμάμαι να υπήρξα πιο εριστική στη ζωή μου, πέραν της εβδομάδας πριν την αναχώρηση μου για Γερμανία. Βέβαια όσο το ξανασκέφτομαι, χωρίς συναισθηματική φόρτιση, καταλαβαίνω ότι απογοητευμένη ήμουν και όχι εριστική. Σε αυτήν την απογοήτευση οφειλόταν όλα. Να κοιτάς γύρω σου και να ξέρεις ότι αυτό το κεφάλαιο της ζωής σου έληξε. Οι βαλίτσες ο επίλογος. Τα αεροπορικά εισιτήρια που κρατάς στο χέρι, ο πρόλογος ενός καινούργιου βιβλίου. Ενός βιβλίου που δε θες να γράψεις,να διαβάσεις και στην τελική ναι, ούτε να το ζήσεις.
Η ημέρα της αναχώρησης ήρθε. Παντού δακρυσμένα πρόσωπα.Υποσχέσεις.Αγκαλιές που θες να χωθείς και να μυρίσεις, αυτό το μοναδικό άρωμα της αγάπης και της ασφάλειας. Να το αποτυπώσεις στο είναι σου.Να μην το ξεχάσεις.
Σαν σε όνειρο τα θυμάμαι. Πάντα όμως με την ίδια γεύση. Την γεύση του πόνου. Όσα χρόνια και να περάσουν τελικά,αυτός ο αποχωρισμός το ίδιο μαύρο χρώμα θα έχει...
Έχουν αγκάθια οι αναμνήσεις και πονάνε.
Οι βαλίτσες έτοιμες, έχουν φορτωθεί στο αυτοκίνητο και με περιμένουν. Είμαι στο σπίτι μόνη πλέον. Κοιτώ γύρω μου. Θέλω. Δεν ξέρω τι θέλω.Να κλάψω. Να ουρλιάξω. Να φωνάξω της αδικίας. Μπαίνω ξανά σε όλα τα δωμάτια.Κοιτάζω φωτογραφίες ευτυχισμένων στιγμών.Γάμος , βαφτίσια, γενέθλια. Παίρνω ανάσες. Θέλω να ρουφήξω όλη την αγάπη που έζησα εδώ μέσα, να την πάρω μαζί μου.
-Θα είναι μαζί σου! λέει η φωνή της λογικής!
Ναι! Ίσως και να είναι, αλλά εγώ δεν θα είμαι πλέον το ίδιο άτομο.
Φτάσαμε Γερμανία ενα ζεστό απόγευμα συντροφιά με τη μητέρα μου.Που ήρθε μαζί να με βοηθήσει τον πρώτο καιρό. Ο καιρός όμως πέρασε και πέταξε. Έπρεπε να φύγει, να γυρίσει Ελλάδα. Δυστυχώς δεν μπορούσα να τη συνοδεύσω στο αεροδρόμιο. Η σκληρή πραγματικότητα άρχιζε να παίρνει σάρκα και οστά. Δεν είχα πλέον κάποιον να πάρει τα παιδιά από το σχολείο. Ήμουν μόνη από γονείς.
Όσο καιρό κάθισε Γερμανία, δεν μιλήσαμε ποτέ, για την μέρα που θα έπρεπε να φύγει. Να επιστρέψει Ελλάδα. Το νιώθαμε και το ξέραμε πως μια τέτοια συζήτηση θα έξυνε πληγές, θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου και θα μας έπνιγαν.
Η πόρτα ανοίγει και οι σκέψεις που δεν γινόταν λόγος τόσο καιρό ήρθε. Μας κλείνει το μάτι περιπαικτικά, μας κοροϊδεύει.
Κοιταζόμαστε στα μάτια και έχουμε τόσα να πούμε. Δεν τελειώσαμε ακόμα κραυγάζουν σιωπηλά οι ψυχές μας.
Μία βουβαμάρα που θέλει να ελευθερωθεί.
Νιώθω σαν αερικό, σαν έξω από το σώμα μου, σαν σε όνειρο. Με κοιτά στα μάτια και βλέπει την ψυχή μου. Διαβάζει το είναι μου. Το ξέρω, το μπορεί είναι η μαμά μου.
Ακινησία. Πάγωμα.
-Βιαστείτε! Θα χάσουμε το αεροπλάνο ακούω μια φωνή.
Συνέρχομαι. Φιλιόμαστε. Ξερά. Παγωμένα. Κατεβαίνει τις σκάλες. Φεύγει.
Όχι ουρλιάζει η ψυχή μου. Τόσο δυνατά που σπάω.Περίμενε μαμά. Δε σε χόρτασα ακόμα. Όχι!
Λέξη από αυτά δε βγήκε. Όμως όλα τα ένιωσε. Όλα τα κατάλαβε.
-Μη στεναχωριέσαι κορίτσι μου.Λίγοι μήνες είναι. Θα περάσουν. Θα ανταμώθουμε...
-Μήνες;; Εγώ δεν αντέχω μέρα μακρυά σας... αποκρίνομαι πάλι χωρίς λέξεις.
Ανεβαίνει. Με αγκαλιάζει σφιχτά! Αυτές τις αγκαλιές που μόνο οι γονείς μπορούν.
Σώματα ενωμένα. Καρδιές χτυπούν σαν μία και ψυχές κομμάτια.
Καλώς ήρθατε στην Γερμανία...
Για όλους εσάς εκεί έξω. Χρόνια μας πολλά ξενάκια..
Και αν πάρω δέκα ξενιτιές , δεν φτιάχνω μια πατρίδα....

Ημερολόγιο

« December 2017 »
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
        1 2 3
4 5 6 7 8 9 10
11 12 13 14 15 16 17
18 19 20 21 22 23 24
25 26 27 28 29 30 31