Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017
*

Αίθριος

16 °C
NE 9 km/h

   

enfrdeitptrues

Χρώματα και αρώματα απο γιασεμί .... Γραφει η Πηνελόπη Μανίκα

Βράζει η πόλη σήμερα από τη ζέστη. Κι αν πεις μέσα στο σπίτι; Κόλαση. Και ξαφνικά, εκεί που βλέπεις μια βαρετή ταινία στην τηλεόραση, σκας από την ανία και βγαινεις στο μπαλκόνι. Και τι αντικρίζεις; Τα σγουρά βασιλικά σου,που σ έπιασε μια μέρα η όρεξη και τα σπειρες. Πιο εκεί τα γεράνια σου. Δύο κατακόκκινα ένα πορτοκαλί και παραπέρα ένα περίεργο φούξια. Από την άλλη μεριά ένα κάτασπρο γιασεμί που έκανες την αποκοτια και το αγόρασες θέλοντας να δοκιμάσει το χέρι σου.
Ασυναίσθητα πας και μυρίζεις τα βασιλικά. Ευφραινεσαι. Γεμιζεις τα πνευμονια σου με ανάσες αναμνήσεων. Χαϊδεύεις με προσοχή τα γεράνια και κλείνεις τα μάτια από ευχαρίστηση. Θέλεις να κρατήσεις την ομορφιά που βλέπεις μέσα σου. Πας και στο γιασεμί που σε στέλνει πίσω στο χρόνο και στο χώρο. Στο παλιό προσφυγικό σπίτι της γιαγιάς που μεγαλουργουσε το γιασεμί στην πόρτα του. Α! Ναι. Σου ήρθαν μνήμες. Είμαι σίγουρη γι αυτό. Μεγάλες πήλινες γλάστρες λευκές από το άξιο χέρι της νοικοκυράς που περνούσε με ασβέστη κάθε δεκαπέντε μέρες πεζούλια, γλάστρες και τον μισό τοίχο της πρόσοψης του σπιτιού. Και μένεις εκεί ξεχνώντας πως βρίσκεσαι σ ένα μπαλκόνι,μπροστά σε δρόμο που δεν ησυχάζει από τον θόρυβο. Μένεις στις γλυκιες αναμνήσεις κι ονειρεύεσαι..........


Ονειρεύεσαι...... Τι άραγε; Μπορεί τα παιδικά σου χρόνια,που ίσως δεν τα εκτίμησες αρκετά γιατί βιασοσουν να μεγαλώσεις. Ω! Αυτή η βιαση!! Να μεγαλώσεις, να φύγεις από αυτον τον τόπο που τόσο δύσκολα βγαίνει το ψωμί. Βλέπεις η γη είναι δύσκολος σύντροφος. Θέλει πολλά κανακια,γλυκες και κουράγιο, για να σου δώσει κάτι από τον εαυτό της. Πρέπει να της αποδείξεις πως την αγαπάς, την έχεις πάνω από όλους για να καταδειχτεί να ανταμείψει τους κόπους σου. Και συ μικρό παιδί βλέποντας τη μητέρα να τρέχει από τα ξημερώματα ως το βράδυ, αλλά και τον πατέρα αμίλητο να βαραίνει η σκιά του από την κούραση, αποφάσισες να μεγαλώσεις γρήγορα και να φύγεις. Και η αλήθεια είναι πως τα κατάφερες. Είσαι υπερήφανη γιαυτό. Και τι δεν έκανες για να το κατορθώσεις. Πολύ διάβασμα για να περάσεις όσο το δυνατόν πιο μακριά από το χωριό. Ξενύχτια κι αγωνίες στη σχολή, σε μια αφιλόξενη πόλη που στο μεγάλο της τροχό, εισουν ένα ασήμαντο εξάρτημα. Ομως αυτό που ειθελες το έκανες. Εφυγες......

Εφυγα... Ψυθιριζεις μόνη σου και τα μάτια σου σαν να άρχισαν να βουρκωνουν. Μπα! Λες είναι από το καυσαέριο και ενα ξερό γέλιο βγήκε από τα χείλη σου. Αυτή τη λέξη δεν την ειξερες. Την εμαθες εδώ στην μεγάλη πόλη που τόσο λαχταρησες να ρθεις. Ομως βαθειά μέσα σου ξέρεις πως τα μάτια σου βουρκωσαν από νοσταλγία. Τινάζεις το κεφάλι σου θυμωμένη σαν εκείνο το πουλαρακι που σου χάρισε ο παππούς με γελαστα μάτια και περηφάνια στη ψυχή. Οχι δε νοσταλγω ένα τόπο που σου τρώει τη ζωή μέρα με τη μέρα μονολογεις με πείσμα. Δε νοσταλγω ένα τόπο που η ντομάτα είναι από τον κήπο της γιαγιάς και το ψωμί από τα χρυσά χέρια της μητέρας που επιμένει να το ζυμωνει μόνη της και να το ψήνει στον ξυλοφουρνο της μεγάλης αυλής. Δεν νοσταλγω τις στέρνες κοντά στα χωράφια όπου τα αγόρια μάθαιναν κολύμπι. Ούτε φυσικά εκείνους τους κατσικοδρομους που στα πλάγια τους η φύση έσπειρε


Φύτεψε απλόχερα βατομουριες,κρανα,λυγαριές και φτέρες. Θύμωσες. Εφυγες από το μπαλκόνι που στην έναστρη νύχτα σου έστελνε χρώματα κι αρώματα. Μα πηγαίνοντας για ύπνο παραδέχτηκες πως τελικά αυτό που ένοιωθες ήταν νοσταλγία...

Νοσταλγία...... Για ποιο πράγμα; Για εκείνο το φτωχικό σπίτι με το μεγάλο πέτρινο τζάκι όπου ο πατέρας έψηνε κάστανα τα ατέλειωτα χειμωνιάτικα βράδια μιλώντας σας για νεράιδες και ξωτικά που εσύ σε κανένα βιβλίο δεν βρήκες; Νοσταλγία για τα ξερά σύκα δαμάσκηνα και κυδώνια, όλα από τα δέντρα της αυλής, που η γιαγιά σας έφτιαχνε κομπόστα με αρωματικό τσάι του βουνού;Νοσταλγία για την άνοιξη που γιόρταζε σε κάθε αυλή με ανθισμένες πασχαλιες,βιολέτες και τριαντάφυλλα;Νοσταλγία για το πανηγύρι του χωριού που ερχόταν τα κλαρίνα και ο κόσμος μη δίνοντας σημασία στην κούραση που κουβαλούσε μια ζωή, γελούσε με κέφι; Οχι. Μάλλον δεν νοσταλγούσες αυτά. Μα τότε τι...άλλο; Η καρδιά σου χτύπησε δυνατά. Το νιώθεις. Λαχτάρα ήταν αυτό που σ έκανε να θυμηθείς πράγματα που δεν ειθελες να θυμάσαι. Ναι. Λαχταρούσες να μυρίσεις το άρωμα του κατιφε που σου έφερνε στο νου τον ιδρώτα του πατέρα. Λαχταρούσες να αγγίξεις τα απαλά χέρια της μητέρας παρ όλου που μια ζωή καταγινόταν με τη γη. Λαχταρούσες να οσφριστεις το βασιλικό την ημέρα του Σταυρού στη μικρή εκκλησία. Τελικά λαχταρουσες τα χρώματα κι αρώματα των παιδικών σου χρόνων. Επειδή μια νύχτα που η αφόρητη ζέστη σε μελαγχόλησε, ανακαλυψες πως στο μπαλκόνι σου υπήρχαν οι παιδικές σου μνήμες. Και κατάφερες επιτέλους να αγαπήσεις αυτές τις μνήμες που χρόνια ολόκληρα τις είχες κρυμμένες σ ένα βαθύ συρτάρι του μυαλού σου. Η μήπως τις αγαπούσες πάντα, αλλά ντρεποσουν να το παραδεχτεις;Ισως γι αυτό φυτεψες λουλούδια που θύμιζαν τόσο πολύ τον τόπο που τόσα έκανες για να ξεχάσεις. Σκέψου το.....

Facebook

Calender

« September 2017 »
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
        1 2 3
4 5 6 7 8 9 10
11 12 13 14 15 16 17
18 19 20 21 22 23 24
25 26 27 28 29 30